Ποίηση Ανδρέα Πετρίδη, ο ποιητής Ανδρέας Πετρίδης

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ  (2013)

ΤΟ ΘΑΜΒΟΣ ΤΡΙΓΥΡΩ

…Ω, τι χαρά, ω, τί γιορτή

στα μάτια συνωστίζονται

στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρματα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !

α. ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Μικρός αυλός στο στόμα

του πρώτου τσοπάνη χαιρετά

την έλευση καινούργιας μέρας.

Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει

για να πατήσει στον ρυθμό του,

κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά…

Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές

έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,

κι αρχινάει μετά να ψάχνει

σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές

ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο –

έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει

όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.

Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς

τού φωτός έχει καθήσει

μ’ ένα βουητό ζωής

το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτίνων,

που ξύπνησαν το καθετί

που μοίρασαν το χρώμα –

έτσι όπως πάντοτε,

δουλειά γνωστή τους.

δ. ΝΟΣΤΟΣ

 

Του ποτάμιου που αγάπησα, μια στάλα-

σώμα σουπιάς χρωμάτιζε το νερό

στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.

Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδια

νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας

μ’ άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.

Σαν χελιδόνι σπάθιζε

τον ουρανό και τον χρόνο

ακροπατώντας στα κοιμισμένα

κεφάλια των γνώριμων βουνών…

Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,

τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια

κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια

νερό τ’ αυλάκι.

Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι

από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,

σε μια σοφίτα ξενική κάπου

μ’ εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα παράθυρα

και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους.

 ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό

νερό που βγαίνει απ’ το χώμα

αφήνοντάς το να το γαργαλά

παράξενα – σχεδόν μεταφυσικά,

μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους

με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.

Κι εκεί ανάμεσα

στη σαύρα που σέρνεται στη γη

και στο φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη πτήση,

στα σύνορα πάντα

αυτού που θά’ θελες

κι αυτού που πρέπει,

περνά ένα παράπονο το σώμα

ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη

να πέσει σταγόνα:

Ποιός κόβει των παιδικών

χρόνων τα δέντρα μας,

διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά

τ’ αγαπημένα φαντάσματα

και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

στ. ΓΕΡΑΚΙ

Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά

ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,

χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου

να μελετήσω τις αδρές εικόνες

που δέχτηκες μέσ’ τον Ακάμα…

Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι

πάνω στην πεύκη, την αγριελιά

και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,

κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά

στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος –

πάνσκοπη πρόθεση και στάση

ν’ απαθανατίσεις

την τραχειά σιλουέτα του:

από του Αρναούτη τη ριζωμένη

μέσα στη θάλασσα σφήνα,

ως την πατρίδα της αργής χελώνας

με χαλί από θάμνα.

Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα

την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,

πάνω απ’ τα θεϊκά λουτρά

μ’ ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη –

τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς

κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις

με μια βουτιά στον αέρα.

 

 

η. ΚΑΤΑΝΥΞΗ

(Μονή Αγίου Νεοφύτου)

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση – αντίθετα ίσως,

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 α.

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια.,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

Και λίγο πιο πέρα

απ’ το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει…

 

β.

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τ’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

– μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα –

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά –

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

  γ.

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει.

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

ΕΝΥΛΗ ΕΜΒΙΩΣΗ

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων,

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

ΟΣΤΡΑΚΟ

Όστρακο – ντύμα σκληρό

μιας έγκλειστης ζωής

δεν μπόρεσες πολύ ν’ αντέξεις…

Με υπομονή με επιμονή

σαν τη σταγόνα που τρώει την πέτρα,

η γνώση λύγισε – σώμα καυτό

την άτεγκτη σκληρότητα σου.

Τώρα δεν είσαι πια ευτυχής

τώρα αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο

Ώσπου τ αφήνεις στην πρώτη στροφή

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακο σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπο της κάθε μέρα.

 

 

ΜΑΥΡΟ ΠΟΥΛΙ

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαρειάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μας ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους, τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

ΕΝΑ ΝΗΣΙ

Επεισόδιο (1974)

Απότομος χειμώνας μπήκε

στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,

προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα

του ανέτοιμου ποδιού

πάνω από φύλλα σκόρπια

φθινοπωρινά.

Ευαίσθητη η ψυχή

και θέλει χρόνο,

λίγο προαύλι

ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,

για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει

από το ένα στο άλλο κλαρί.

Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο χειμώνας

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

Σχόλια

α.

Κωφεύεις

στη φωνή της μοίρας

όσο τ’ αντέχεις

σιγά – σιγά,

και μια μέρα

ούτε που ξέρεις

ποιό δρόμο να πάρεις,

κι εύκολα ξεχνάς

πού είναι η πλώρη

πού είναι η πρύμνη,

σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια

πολλούς δείκτες στη θάλασσα.

β.

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου,

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί – χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.

Οδύνη

Γυναίκες – μορφές ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

1974

 

Ναυάγιο «Κερύνεια»

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία –

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ  (2015)

 

ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

 Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε

Περνώ τη ζωή μου

Περνώ τη ζωή μου

σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,

και πάνω απ’ τα πράγματα ξεμακραίνουν.

Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,

μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν.

Γύρω απ’ τον Θεό περιστρέφομαι,

τον πανάρχαιο τούτο πύργο,

χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω –

κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,

ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω.

(I, 253,1899)

Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω

Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω,

κι απ’ τις κινήσεις των χεριών σου,

που πλαστουργώντας

τρυφερά στρογγυλεύαν-

περίγραμμα στο καθετί,

ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.

«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»

κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω».

Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.

Σχισμή τότε πέρασε

τους ώριμους κύκλους σου,

και κραυγή εσηκώθη

τις φωνές υφαρπάζοντας,

πού είχανε μόλις συναχθεί

ολόγυρά σου να μιλήσουν,

ολόγυρά σου να κρατήσουν

τη γέφυρα όλου του χάους.

Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,

θρύψαλα είναι

του παλαιού σου Ονόματος.

(I, 257,1899)

 

Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.

Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.

Να Λευτερώσω θέλω

τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.

Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,

ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα.

Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.

Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:

Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,

όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά ‘ναι,

έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,

όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα.

Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,

μ’ αγκάλες διάπλατες

στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,

μ’ αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,

να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ

όσο ποτέ άλλος κανένας.

Κι υπεροψία αν φαίνεται,

σ’ αυτήν άφησέ με

την προσευχή μου να κάνω,

που βλοσυρή στέκει και μόνη

προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει.

(I, 259,1899)

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.

Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,

να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.

Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,

ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,

έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.

Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά

από το φως που απ’ τα πρόσωπά τους στάζει,

κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,

έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες

σ’ άτακτο πυκνό μπουλούκι.

Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη

έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,

στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,

κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά

χειρονομία, που τους επιτρέπει

στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.

Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ

Κι εννοούν: τον καθένα.

(I, 392,1899)

ΤΑΝΑΓΡΑ

Ένα κομμάτι γης καμένης,

σαν από ήλιο δυνατό πυρπολημένης.

Ωσάν η κίνηση χεριού κοπέλλας

μετέωρη να ‘μενε ξάφνου για πάντα –

δίχως ν’ απλώνεται κάπου,

σε κάποιο ολόγυρά του πράγμα

οδηγημένη απ’ το αίσθημά της,

τον εαυτό της μόνο συγκινώντας,

σαν χέρι που στο πηγούνι ακουμπά.

Σηκώνουμε και περιστρέφουμε

τη μια μορφή μετά την άλλη,

πάμε σχεδόν να καταλάβουμε

γιατί ποτέ δεν χάνονται,-

όμως βαθύτερα και πιο θαυμαστά

νά ‘μαστέ πρέπει δεμένοι

με ό,τι έχει υπάρξει,

και να μειδιούμε: καθαρότερα ίσως

απ’ τη χρονιά την περασμένη.

(I, 515,1906)

  

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ

Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,

κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος

κρύος τις Λατέρνες ζώνει.

Μ’ απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,

ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος

οπίσθιου δώματος,

στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας

γεμάτης πανσέληνο,

φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

Ψηλά τότε μια απλωσιά

γλυστρά παραπέρα,

αλώβητη- καλά φυλαγμένη,

και τα παράθυρα παντού στα πλευρά

ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.

(II, 35,1908/9)

…Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση

(αποσπασματικό)

…Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση.

Τον χώρο λοιπόν ανασάνετε, όπου πλανιώνται

τ’ αστέρια.

Ετούτο δες, που χωρίς ανάγκη καμιά θα μπορούσε,

τυφλά ξεμακραίνοντας,

στην απεραντωσύνη να χαθεί, μακριά μας…

Και τώρα ευφραίνεται και μας αγγίζει το πρόσωπο,

όπως της αγαπημένης το βλέμμα.

Διανοίγεται απέναντι μας και κατασκορπά

σε μας ίσως την ύπαρξη του. Και δεν τ’ αξίζουμε…

Κάποια δύναμη ίσως απ’ τους αγγέλους θα παίρνει,

ώστε ο έναστρος ουρανός να ενδίδει

κατά το μέρος μας

και στη θολή μέσα να μας κλείνει μοίρα.

Μάταια όμως. Γιατί ποιος το προσέχει;

κι όπου σε κάποιον αισθητό γίνεται,

ποιος δικαιούται ακόμα

το μέτωπο του στον χώρο της νύχτας

σαν στο παράθυρο του ν’ ακουμπήσει;

Ποιος δεν τ’ αρνήθηκε; Στο έμφυτο τούτο στοιχείο,

πλαστές, κίβδηλες κι απαίσιες νύχτες

ποιος δεν έμπασε μέσα,

ικανοποίηση βρίσκοντας σε κάτι τέτοιο;

Τους Θεούς αφήνουμε στη σαπίλα τριγύρω,

γιατί δεν δελεάζουν οι Θεοί. Απλώς υπάρχουν,

και μόνο υπάρχουν, ύπαρξης πλησμονή,

δίχως νεύμα καθόλου, δίχως οσμή.

Τίποτε πιο βουβό απ’ του Θεού το στόμα,

ωραίο σαν κύκνος

στης αιωνιότητας την απύθμενη έκταση:

Έτσι πορεύεται ο Θεός,

και κρύβει και προστατεύει τη Λευκότητα του.

Όλα Λοιπόν στην πλάνη. Και το πουλάκι ακόμα

μέσ’ απ’ το φύλλωμα το καθαρό μας βαραίνει,

το λουλούδι στενάχωρο απλώνει πιο πέρα.

Τί ζητά ο άνεμος λοιπόν; Ο Θεός μονάχα,

σαν κολώνα να περάσει αφήνει –

μοιράζοντας από ψηλά όπου στέκει

και στις δυο πλευρές τον ανάλαφρο θόλο

της μακαριότητάς του.

(Από τα «ποιήματα στη νύχτα», II, 52,1913)

 

Πλημμυρισμένοι ουρανοί

Πλημμυρισμένοι ουρανοί σπαταλημένων άστρων

θριαμβικά απλώνονται πάνω απ’ τη θλίψη.

Σκυφτός αντί να κλαις στο προσκεφάλι,

ψηλά σήκωσε τον θρήνο. Να,

στον οδυρόμενο κι όλας, στην όψη που σβήνει,

τριγύρω απλώνοντας το συναρπαστικό

σύμπαν αρχίζει. Ποιος διακόπτει

στην κίνηση σου προς τα εκεί τούτο το ρέμα;

Κανείς. Εκτός κι αν ξάφνου αντιπαλεύεις

τον χείμαρρο των αστεριών που πλησιάζει.

Ανάσανε. Το σκοτάδι της γης ανάσανε

και ψηλά πάλι κοίτα! Ξανά.

Ελαφρύ κι απρόσωπο το βάθος

από ψηλά επάνω σου γέρνει.

Το σβησμένο – γεμάτο νύχτα πρόσωπο –

και τον δικό σου χώρο του προσφέρει.

(Από «τα τραγούδια της νύχτας» II, 54,1913)

ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσική: Των αγαλμάτων ανάσα. Ίσως

των εικόνων σιωπή. Γλώσσα εσύ, όπου

οι γλώσσες τελειώνουν. Εσύ χρόνος

που κάθετα στέκει

προς το μέρος καρδιών που σβήνουν.

Αισθήματα, για ποιον; Ω εσύ,

των αισθημάτων αλλαγή, σε τί;

Σε τοπίο ακοής.

Ξένη, εσύ: Μουσική.

Άνοιγμα

του χώρου της καρδιάς μας,

εαυτός μας πιο βαθύς,

που πέρα από μας

σπρώχνει να βγει,-

αποδημία ιερή:

αφού μας περιβάλλει ό,τι ενδότερο

σαν η πιο δοκιμασμένη

απώτερη φύση, ως άλλη

πλευρά του αιθέρα: καθαρή

απέραντη,

όχι πια κατοικήσιμη.

(II, 111,1918)

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Ο ουρανός απέραντος, γεμάτος αρμονία,

χώρου απόθεμα και Χτίσης πλησμονή.

Κι εμείς πολύ μακριά απ’ την κοσμογονία,

και τόσο κοντά για την επιστροφή.

Εν’ άστρο πέφτει, να! Με βλέμμα σαστισμένο,

ταχιά προσμένουμε να πει μια γνώμη:

Τί άρχισε λοιπόν, και τί ‘ναι περασμένο;

Τί είναι ένοχο; Και τί πήρε συγγνώμη;

(II, 175,1924)

 

(Από τον κύκλο: «Νύχτες»)

Αστερισμοί της νύχτας που άγρυπνος κοιτώ,

την όψη μου την τωρινή μόνο διαστέλλουν;

ή μήπως και την όψη μου όλων των χρόνων-

αυτές οι γέφυρες που ακουμπούν

σε στήλες φωτός;

Ποιος θέλει εκείνα πορευτεί;

Για ποιον άβυσσος είμαι και ρύακα κοίτη,

ώστε μακριά να οδηγεί τα βήματά του,

εύκολα να με προσπερνά,

σαν το πιόνι να με παίρνει στο ζατρίκι

και νά ‘βγει επιμένει νικητής;

(II, 177,1924)

Όταν ζυγώνει η βροχή

Όταν ζυγώνει η βροχή, ο κήπος σκοτεινιάζει

σχεδόν τρυφερά,

κήπος που κάτω

από νωθρό χέρι ησυχάζει.

Λες και στοχάζονται μες στις πρασιές τα Είδη:

πώς έγινε, αλήθεια πώς

τα πρωτονόμασε ο κηπουρός!

Γιατί πάντα τον σκέφτονται – έχοντας σμίξει

με την ιλαρή απολύτρωση,

απόμεινε το κουρασμένο πνεύμα του,

και η παραίτηση του, ίσως κι αυτή…

Για μας παράξενη στ’ αλήθεια διδαχή,

να έχουν και τούτα μια διττή φύση:

ακόμα και το πιο ελαφρύ

προβάλλει αντίρροπο βάρος.

(II, 187,1926)

ΡΟΔΟ

Ρόδο, ω άδολη αντίθεση,

χαρά: να μην είσαι

ο ύπνος κανενός

κάτω από τόσα βλέφαρα.

1925

Επεξηγηματικό σημείωμα 

Οι ρωμαϊκοί και αραβικοί αριθμοί σε παρένθεση στο τέλος εκάστου ποιήματος,
αντιστοιχούν στον τόμο, τη σελίδα και τον χρόνο γραφής του.
Αναρτήθηκε από Ανδρέας Καρακόκκινος στις 9:01 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest

Ετικέτες ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα

Εγγραφή σε: Αναρτήσεις (Atom)

Ετικέτες

Πληροφορίες

Ανδρέας Καρακόκκινος
Προβολή πλήρους προφίλ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πληροφορίες

Ανδρέας Καρακόκκινος
Προβολή πλήρους προφίλ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Κυριάκος Χαραλαμπίδης –

Κυριάκος Χαραλαμπίδης –
Ανοίγοντας Όστρακα της Ποίησής του

Από καιρό ωρίμαζε μέσα μου ένα κείμενο για τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Ένα κείμενο με εμπειρική, κατά κύριο λόγο μορφοκεντρική προσέγγιση, χωρίς φιλολογικές ή άλλες εξωποιητικές διανοίξεις. Στόχος μου ν’ αγγίξω με τη δική μου ευαισθησία τον καθ’ αυτό πυρήνα μερικών ποιημάτων απ’ την εκτεταμένη ποιητική του δημιουργία… Να φωτίσω την αισθητική τους δυναμική, που έγκειται πιστεύω όχι μόνο στην ιδιοτυπία του γλωσσικού του οργάνου, αλλά και στον ουσιαστικό τρόπο που στις εύκρατές του στιγμές το χρησιμοποιεί.
Πρόθεσή μου φυσικά δεν είναι να θεωρητικολογήσω γενικά και αόριστα, αλλά ν’ αρχίσω μια διερευνητική περιδιάβαση μ’ εφόδια έναν πρακτικό ερμηνευτικό τρόπο προσέγγισης συγκεκριμένων ποιημάτων. Διάλεξα την πρώτη κυρίως δημιουργική περίοδο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, επειδή με διευκόλυναν οι σχετικά βατοί και ομοιογενείς ποιητικοί τρόποι της, προτού ο ποιητής περάσει σε εκτενέστερους και αφηγηματικότερους θεματικούς κύκλους. Έβαλα κάτω από το αισθητικό νυστέρι έναν αναγκαστικά περιορισμένο αριθμό ευσύνοπτων και αντιπροσωπευτικών λημμάτων, αρχίζοντας με το ποίημα «Οι Χορηγοί» ( Άγνοια του Νερού, 1967) :

Ο ήχος έτρεξε κυνηγημένος
και με το φως του βραδιού
στο αίμα μου μπήκε.
Αυτό με ξύπνησε. Παλαιό, είπα,
ρολόι, φοβερό που θα ήταν,
Ο Κύριος να είχε το ξυπνητήρι
των ψυχών χαλασμένο.
Σκύβοντας να φορέσω τις παντόφλες μου,
ξαφνικά είδα, για πρώτη φορά τότε,
τα λουλούδια – κεντήματα του υποποδίου.

Θα περιορίσω τα σχόλιά μου, όσο είναι δυνατόν, στη δυναμική της ποιητικής δομής και στις αντίστοιχες διακυμάνσεις του αισθητικού εκκρεμούς που φυσιολογικά προκύπτουν. Αυτή είναι και η θεμελιακή βάση οποιουδήποτε λογοτεχνικού έργου, που το κάνει να ξεχωρίζει από τον συνηθισμένο συμβατικό λόγο (τα εις βάθος και ύψος νοήματα ενισχύουν απλώς το γνωσιολογικό, υπαρξιακό ή φιλοσοφικό εκτόπισμα του ποιητή, ποτέ όμως δεν διασώζουν ένα πιθανό έλλειμμα ποιητικής μετάπλασης).
Στο ποίημα «Οι Χορηγοί» διακρίνουμε τρεις βασικές κινήσεις, που συνδέονται με διαφορετικό τρόπο – και με εναλλαγή ψυχικής διάθεσης – μεταξύ τους. Μπαίνουμε στο αινιγματικό κλίμα του πρώτου τρίστιχου, με τον εγερτήριο ήχο ν’ ανοίγει στη συνέχεια ένα υπαινικτικά εσχατολογικό σκηνικό. Αγωνιώδης και μυστηριακή αναδύεται η μεταφυσική απορία « …φοβερό που θα ήταν / ο Κύριος να είχε το ξυπνητήρι/ των ψυχών χαλασμένο».
Με το πέρασμα από το πρώτο, σχετικά περιγραφικό, στο δεύτερο, υπαρξιακά δραματικότερο μέρος, η συναισθηματική ένταση αυξάνεται απότομα, με αποτέλεσμα μιαν ανεξήγητα γλυκιά ταραχή. Ένα πρώτο κύμα αισθητικής ηδονής νιώθουμε ήδη να εκλύεται μέσα μας, με συνειρμούς ταυτόχρονα μεταφυσικής υφής. Το καταληκτικό πάλι τρίστιχο κατεβάζει ανακουφιστικά την προηγούμενη ψυχική έξαρση, με τον απρόβλεπτο εντοπισμό μιας διακόσμησης λουλουδιών κάτω στο πάτωμα ως «κεντήματα του υποποδίου». Η συμβολιστική των λουλουδιών παραπέμπει αυτονόητα σε ο,τιδήποτε ενέχει μια υπέρτερη αξία, η οποία δεν είναι σοφό να αναζητείται ματαιόδοξα στα φώτα των προβολέων και στα υψηλά δώματα. Η εκπληκτική τούτη φανέρωση, μέσα από μια απλή και συνηθισμένη κίνηση («σκύβοντας να φορέσω τις παντόφλες μου»), δίνει μια δυνατή ώθηση στο νοητό αισθητικό εκκρεμές, με αποτέλεσμα ένα πιο έντονο κύμα ποιητικής δραστικότητας. Ο δημιουργός μίλησε τελικά με σοφία και καλλιτεχνική αρτιότητα.
Έρχομαι τώρα στο επόμενο, επίσης σύντομο, αλλά εξίσου δυνατό ποίημα, με τον κάπως μακρύ τίτλο «Κάθε φορά που γίνεται αδικία στη γη» (κι αυτό απ’ τη συλλογή Η Άγνοια του Νερού).

Κάθε φορά που γίνεται αδικία στη Γη,
στους Ουρανούς ο θόρυβος είναι μεγάλος.
Εκεί χαμογελώντας ερωτά ο Αρχάγγελος
προς τί το ξάφνιασμα. Του απαντούν απ’ το τάγμα:
«Τα τύμπανά μας υποφέρουν, δε μπορούν
το θόρυβο ν’ αντέξουν…» «Ω παιδιά»,
η φωνή τους λέει του Αρχάγγελου,
«θα ήταν άδικο να φράζαμε το δρόμο
σ’ αυτά που υπάρχουν. Έτσι πρέπει, αλίμονο».

Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια μορφολογικά απέριττη ποιητική πραγμάτωση, όπου με τεχνική μαεστρία προβάλλεται πειστικά η διαλεκτική αντιμαχία που κυβερνά και διέπει τον κόσμο. Ο αναγνώστης βγαίνει σοφότερος μέσα από τους στίχους και παύει να εξάπτεται άγονα από την εκάστοτε παραβίαση της ηθικής τάξης. Αυτό δεν συνιστά έμμεσα μια πρόταση αποδοχής του κακού, ή συμβιβασμό στον αγώνα της τελείωσης, αλλά κάτι πολύ διαφορετικό. Διευρύνει τα ψυχικά όρια της ανεκτικότητας ενός κόσμου σύνθετου και συχνά αντιθετικού, μέσα στον οποίο δοκιμάζονται οι αντοχές και του δικού μας βίου. Κι αυτό φέρνει γαλήνη στην ψυχή κι ευδαιμονική γνώση. Με ποια όμως ποιητική δραστικότητα υποβάλλονται όλα τούτα από τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη; Και με πόση σοφά φορτιζόμενη ένταση αποκτούν αισθητική δυναμική μέ-σα από τον λόγο του;
Εκπληκτική στην παραστατικότητά της είναι η εικόνα του τάγματος των αγγέλων, που βιώνουν μ’ επώδυνο τρόπο όποια αδικία συμβαίνει κάτω στη γη. Η απορητική αμφισβήτηση του ξαφνιάσματός τους εκ μέρους του Αρχάγγελου, είναι ένα βήμα ανακοπής του εκνευρισμού και της λιποψυχίας τους. Κι αυτό προσλαμβάνεται με αισθητή ευαρέσκεια. Στη συνέχεια προκύπτει μια φάση ενεργοποίησης του θυμικού και της περιέργειας για την περαιτέρω εξέλιξη. Ο ποιητής προβαίνει μέσω του Αρχάγγελου σε μια καταλυτική στην απλότητα και τον οντολογικό πραγματισμό της δήλωση: «θα ήταν άδικο να φράζαμε το δρόμο / σ’ αυτά που υπάρχουν. Έτσι πρέπει, αλίμονο». Οι στίχοι τούτοι μας κατακλύζουν καταπραϋντικά, κτυπώντας καίρια τις χορδές της υπαρξιακής μας συνειδητοποίησης. Όλη αυτή η εκφραστική κινητική, με την αντίστοιχα βαθύτερη συγκινησιακή διακύμανση, εκκρίνουν μοναδική στην ποιότητά της αισθητική ουσία, που είναι και το κύριο ζητούμενο.
Αν ποιητική σύνθεση είναι η ανάπτυξη σε διάφορα δομι-κά και σημασιολογικά επίπεδα ενός θεματικού ή θυμικού πυρήνα – και όχι απλώς η αισθητοποίηση μιας στιγμιαίας εντύπωσης – τότε όλα αυτά τα μικρά έστω ποιή-ματα που αναλύουμε είναι συνθέματα με προφανή πυκνότητα και μικροδομική ανέλιξη. Προχωρούμε στο επόμενο δείγμα:

Του απογεύματος

Πουλούσε σκόρδα, ποντικοπαγίδες και λουλούδια,
όλα στον ώμο του κι έστριβε τη γωνιά.
Τον κοίταξα κι έμοιαζε με τον ίσκιο,
που μέσα στο μυαλό μου καθιερώθη.
Είδα τον Υμηττό πίσω του κουρασμένο
να πέφτει από τον ουρανό κι άναψα φως.
Στη σκέψη μου έφερα τα χρόνια που έρχονται.
Θυμήθηκα το άσπρο άλογο μπροστά στο δράκο.

       Η Άγνοια του Νερού, 1967

Αρχίζω απ’ ευθείας με τη μορφική διαστρωμάτωση. Στην αρχική στροφή διακρίνουμε δυο επίπεδα: Μια εξωτερική εικόνα γραφικής λαϊκής φιγούρας, φορτωμένης την πιο αυθεντική και οπτικά αντιθετική πραμάτεια. Ως αντανά-κλαση αυτής της συγκεκριμένης σκηνής, αφυπνίζεται συνειρμικά στη μνήμη του ποιητή ένα αμυδρό παρόμοιο περίγραμμα, που την ύπαρξή του ανέκαθεν διαισθανόταν. Οι στίχοι όμως «τον κοίταξα κι έμοιαζε με τον ίσκιο / που μέσα στο μυαλό μου καθιερώθη» έρχονται τη στιγμή ακριβώς που ο αινιγματικός πλανοδιοπώλης έστριβε τη γωνιά και χανόταν. Ο υποψιασμένος πια από το παράξενο κλίμα αναγνώστης προεκτείνει αθέλητα τους συνειρμούς του σε άλλες απίθανες σφαίρες: Ο ίσκιος που «καθιερώθη», μπορεί να ’ναι μια απλή ανάμνηση της καθημερινότητας, ίσως και η συμβολική ανάδυση μιας persona του υποσυνείδητου. Περνά όμως απ’ τη σκέψη μας κι η περίπτωση φευγαλέας φανέρωσης της σκιάς του θανά-του, ή μιας άλλης «καθιερωμένης» πανάγιας μορφής. Και γιατί όχι; Η «καθιέρωση» ενός ίσκιου, που γίνεται ορατή προς στιγμήν και μετά χάνεται, δεν μπορεί να μην έχει μια πολυδιάστατη σημαντική; Ούτε δεσμεύουν ποσώς οι προθέσεις και οι πρωταρχικές αφετηρίες της έμπνευσης του ποιητή. Εξάλλου εδώ δοκιμάζεται και η πραγματικά αληθινή ποίηση· στη δυνατότητά της δηλαδή να ερμηνεύεται απεριόριστα και σε αλληλεξάρτηση με την ιδιοσυγκρασία και το βιωματικό αποθησαύρισμα ενός εκάστου.
Ενισχυτικοί της παραπάνω αλυσίδας διαισθητικών ερμηνειών είναι και οι στίχοι στη δεύτερη στροφή. Παρατηρείται αποδέσμευση από το προηγούμενο συμβάν, όχι όμως και από την μεταφυσική αχλύ της εικονοποιίας, που τώρα γίνεται εντονότερη. Ακόμα κι αν ο δημιουργός ισχυριζόταν το αντίθετο – ότι δηλαδή πρόκειται για απλώς για μουντή εικόνα του χώρου και της περίστασης- δεν βγαίνει απ’ το μυαλό μου το εξής: Οι στίχοι «είδα τον Υμηττό πίσω του κουρασμένο / να πέφτει από τον ουρα-νό κι άναψα φως», μιλούν περισσότερο για ένα μεταφυ-σικό φυσιοκεντρικό μούχρωμα, μια έμμεση συμμετοχή του φυσικού τοπίου σε κάτι στιγμιαία υπερφυσικό που διαδραματίστηκε. Το καταληκτικό φυσικά δίστιχο προσγειώνει σ’ ένα βαθμό την αλαφροΐσκιωτη φαντασία, αλλά και πάλι όχι εντελώς. Με αναφορά στη μελλοντική προοπτική εισβάλλει ξανά στο ποίημα, κλείνοντάς το, ο χριστιανικός λαϊκο-θεολογικός μύθος τ’ Άη Γιώργη πάνω στο άλογο, που σκοτώνει τον δράκο. Στη διελκυστίνδα με το λογοκρατικό στοιχείο το αποτέλεσμα γέρνει ευτυχώς προς τον πάντα ριγηλότερο υπερβατικό λόγο.
Είτε το δέχεται κανείς, είτε όχι, όλα τούτα τα νοούμενα και υπονοούμενα δεν είναι καθαρά γεννήματα ενός ευφάνταστου αναγνώστη.Το σπερματικό τουλάχιστον λάκτισμα της συνειρμικής αλυσίδας ευρίσκεται μέσα στη γλώσσα του ποιητή, ειδικότερα στη χροιά των λέξεων, τη σχέση μεταξύ τους και γενικότερα στην ποιότητα της μορφής. Κι αυτό είναι το μυστικό του καλού ποιήματος, να δίνει ερεθίσματα υψηλής αισθητικής στάθμης και πολυεπίπεδης ερμηνευτικής δυναμικής.
Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ, πρέπει να περάσω όμως και σε μερικά άλλα, εξίσου ενδιαφέροντα, ή και καλύτερα δημιουργήματα. Παρακάμπτω τη «Στιγμή του κήπου» ( Αγγείο με τα σχήματα, 1973 ), το οποίο διάβασα με πολλή αγάπη τόσες φορές, και σκύβω με προσοχή πάνω από το πολύ πιο δύσκολο ποίημα «Πρωί στο περιβόλι» από την ίδια συλλογή, που συνιστά για μένα μια μεγαλύτερη ερμηνευτική πρόκληση. Το καταγράφω ολόκληρο για σκοπούς εργασίας:

Πρωί στο περιβόλι
Στο Σταμάτη Φιλιππίδη

Το πρωινό δε θα ξεχάσω εκείνο,
που μού ‘φερες την είδηση πως ο ήλιος έβγηκε.
Ήρθα να ιδώ μαζί σου αυτό το θάμα.
Τα σκαλιστά σου λόγια στήσανε κορμό
στη θόλο των Δελφών, άκρη του φύλλου ελιάς.
Ήταν ωραίο, γλυκό το φως, που η κάπα τ΄ ουρανού
άφηνε να γλιστρά στο πρόσωπό σου.
Κι αν αύριο θα πεθάνουμε, θα μείνει
το περιβόλι του θανάτου ολάνθιστο.
Αν το χλωμό σε θλίβει φως στο μάγουλο,
το μέτωπό σου κι ο οφθαλμός υπάρχουν.
Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, του ανθρώπου
βρίσκει ρυθμό η τιμή να μεγαλώνει.
Έτσι μονάχοι εμείς στον καθαρό ουρανό,
έξω απ’ τη γη, απ’ τον Άδη, απ’ όλα ετούτα,
είναι η στιγμή να πούμε «χαίρετε»
1970

Οι πρώτοι τρεις στίχοι είναι εντυπωσιακοί στην απλότητα και την αφέλεια της διατύπωσής τους. Είναι συνάμα και συγκλονιστικοί, που με τέτοιο ανυποψίαστο τρόπο αποκαλύπτουν το μεγαλείο μιας στιγμής, που αφήνουμε συνήθως να περάσει απαρατήρητη. Με τους στίχους του αυτούς ο ποιητής μάς κάνει κοινωνούς του θαύματος που συμβαίνει καθημερινά και τόσο δίπλα μας, όταν εμείς περί άλλα τυρβάζουμε. Οπλισμένος ο ίδιος με την ευαισθησία του εκφράζει έμμεσα ευγνωμοσύνη στο πρόσωπο που του άνοιξε τα μάτια, να ιδεί «μαζί του αυτό το θαύμα». Η ανατολή του ηλίου – σ’ αυτήν αναφέρεται το ποίημα – λαμβάνει χώραν στο Ιερό των Δελφών, κάτι που προσδίδει στη γενικότερη ατμόσφαιρα ένα πνευματικότερο άρωμα. Ήδη από το εντυπωσιακό γεγονός του ανατέλλοντος ηλίου – αφού έτσι το κάνει να φαίνεται ο ποιητής- ο χαρισματικός αγγελιαφόρος δέχεται στο πρόσωπο τη φωτεινή σκόνη μιας ένυλης εικονοποιίας: «Ήταν ωραίο, γλυκό το φως, που η κάπα τ’ ουρανού / άφηνε να γλιστρά στο πρόσωπό σου». Η αμέσως επόμενη δομική φάση υπερβαίνει το θαυμαστικό επεισόδιο και αφήνει στις μορφές μια βαθύτερα υπαρξιακή ανταύγεια («Κι αν αύριο θα πεθάνουμε, θα μείνει / το περιβόλι του θανάτου ολάνθιστο»). Ο υπόγειος καθοδηγητικός μίτος εξακολουθεί εν τω μεταξύ να σπρώχνει ελικοειδώς τη σύνθεση σ’ ένα υψηλότερο διαλογισμό: «Έτσι μονάχοι εμείς στον καθαρό ουρανό,/ έξω απ’ τη γη, απ’ τον Άδη, απ’ όλα ετούτα /είναι η στιγμή να πούμε “χαίρετε”». Η τελευταία λέξη απελευθερώνει μέσα μας ένα θριαμβικό αίσθημα λυτρωτικής επίγνωσης της θέσης μας σ’ αυτόν τον κόσμο, έξω από τις περιοριστικές συμβάσεις του πάσης φύσεως εποικοδομήματος. Έρχεται η στιγμή ταυτόχρονα να πούμε κι εμείς το δικό μας ευχαριστηριακό «χαίρετε» στον ποιητή, που μας έκανε κατ’ αίσθησιν κοινωνούς μιας σύμμεικτα υλικής και πνευματικής πραγματικότητας.
Η διαισθητική εργαστηριακή λαβίδα φέρνει κοντά μου τώρα ένα δείγμα από τη συλλογή Αχαιών Ακτή, 1977. Έ-χει τον τίτλο «Τομή πατρίδας» και είναι ένα ποίημα άκρως «πολιτικό». Μην ξεχνάμε πως έχει προηγηθεί το τραυματικό ορόσημο του 1974 και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, θεματικά και στο γενικότερο ποιητικό κλίμα, δεν θα είναι ποτέ όπως πριν. Η χαρακτηριστική του εσωτερικότητα και η μεταφυσική προβληματική θα μπολιαστούν έντονα από τις συγκλονιστικές αλλαγές που έχουν επισυμβεί. Ανοίγω πάλι την αναγνωστική αυλαία, επιλέγοντας μια τμηματική προσέγγιση. «Τομή Πατρίδας», λοιπόν:

Πατρίδα μου, ελάφι τρομαγμένο,
απίστευτα χλομό.
Έπεσε φθόνος πάνω στο κεφάλι σου,
μαράθηκε η ψυχή σου. Άσκημο ουρλιαχτό.
Κάτω από τους τροχούς της προδοσίας
έγειρε το αίμα σου φευγάτο, εγκόσμιο.

Σπάνια στίχοι με τόσο προφανή πολιτική χροιά διακρίνονται από παρόμοια τρυφερότητα και στοργή. Η παρομοίωση της πατρίδας με «ελάφι τρομαγμένο» είναι καίρια, γιατί προδίδει φόβο και ξάφνιασμα μαζί. Ο φόβος είναι αυτονόητος, το «άσκημο ουρλιαχτό» είναι εκεί, η έκπληξη όμως στα μάτια πώς εξηγείται; Και φυσικά έχει την εξήγησή της, αφού παρουσιάζονται ξάφνου αγνώριστα τα παιδιά της, να «προσφέρουν το μελανό» και να ρίχνουν νερό στον μύλο της καταστροφικής αντιμαχίας.
Η κορυφαία όμως στιγμή του ποιήματος, ως μορφικό ένδυμα και περιεχόμενο μαζί, είναι η τρίτη στροφή. Κι απ’ την τρίτη τούτη στροφή το τελευταίο δίστιχο ανεβάζει την ψυχική ένταση και τον ποιητικό κραδασμό σε α-προσδιόριστα ύψη: «Καθένας έχει κάποιο φυλαχτό / απ’ τη γλυκιά πατρίδα πιο ακριβό». Είναι μια σπαρακτικά συγκλονιστική διατύπωση, που έρχεται ύστερα από τον νηφάλιο σχολιασμό για την δυσάρεστη μετάλλαξη αν-θρώπων, με θετικά πριν εύσημα ήθους. Προσωπικά μένω για λίγο άναυδος κάθε φορά που διαβάζοντας την «Τομή Πατρίδας», φτάνω σ’ αυτούς τους δυο στίχους. Ό,τι στη συνέχεια ακολουθεί είναι η καλογραμμένη καταληκτική καμπύλη που στρογγυλεύει επιγραμματικά ένα πολύ δυνατό ποίημα:

Κι εσύ ποτήρι του χεριού μου,
πατριδοκάπηλη έγνοια του αδερφού μου,
προσφυγηθέν αλλ’ ου ποιηθέν δάκρυ,
είσαι της λησμονιάς μου η λησμονιά.

Δεν ξέρω πόσο κουραστικός έχω γίνει, μου απομένουν όμως – προγραμματισμένα – ακόμα δυο τρία παρόμοια ποιήματα. Να, όμως που αλλάζω ξαφνικά γνώμη, διαπιστώνοντας πως γι’ αυτή την κατηγορία ποίησης του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, είπα ήδη αρκετά. Μπορεί και υποσυνείδητα να ένιωσα την ανάγκη γι’ αλλαγή πορείας, προτού αρχίσω να γίνομαι ανιαρός και μονότονος. Κάνω λοιπόν ένα αναγνωστικό μακροβούτι στα βαθιά νερά της εκτεταμένης ποιητικής του δημιουργίας και βγαίνοντας έχω μπροστά μου Το Κυδώνιον Μήλον, έκδοση 2006. Η σελίδα που ανοίγω έχει τον παράξενο τίτλο «Η Υαλουργία των Σουλτάνων». Και οι στίχοι που κάπου στη μέση με σταματούν, ακούονται ως εξής:

Οι Έλληνες που δεν καταλαβαίνουν
από θυσίες γυαλιού κι υπέρογκα έργα
τον παρεξήγησαν καθ’ ύβριν, καθ’ υπέρβασιν
του τραγικού τους μέτρου. Και διετείνοντο
στα κοίλα των θεάτρων τους πως τάχα
εμείς ( νογώ τους Έλληνες ) δεν είμαστε
υποταγμένοι δούλοι κανενός.
Καθένας από μας και μια ιστορία.
Δυο να μονιάσουν δεν μπορούν, καν τρεις να
μπολιαστούνε
απ’ το μελίσσι τ’ ουρανού, γιατί εμάς
τους Έλληνες μας έκαμεν ο Ζεύς
ελεύθερους – καθένας και μια πόλη.

Μ’ εντυπωσίασε σίγουρα αυτό το ποίημα, ιδιαίτερα το ενδιάμεσο μέρος του, που δίνει το στίγμα της κλασικής ελληνικής ιδιοσυστασίας. Σε αντιδιαστολή με την ασιατι-κή νοοτροπία, ο ελληνικός πολιτισμός μεγαλούργησε έχοντας ως επίκεντρο το άτομο, τον ελεύθερο πολίτη. Τον δρώντα εντός του τραγικού μέτρου. Πόσο παραστατικά κι επιγραμματικά στήνει την ελληνική ταυτότητα ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης! Οι στίχοι του, κοφτοί και σύντομοι, έχουν μια σπαρταριστή στην μέχρι τα άκρα απολυτοποίησή τους, που όμως μας επιβάλλεται και μας αιχμαλωτίζει. Όπως εκφράζονται ποιητικά δεν επιδέχονται εξάλλου καμιά αμφισβήτηση: «Τους Έλληνες μας έκαμεν ο Ζεύς / ελεύθερους – καθένας και μια πόλη».
Ο ποιητής συνόψισε και τακτοποίησε διάχυτες γνώμες, διάσπαρτες αντιλήψεις, πολλαπλά ιστορικά συμπεράσματα. Όλα τούτα, όσο και να τα είχαμε πάνω-κάτω υπόψη, τα βρήκαμε ξαφνικά ενοποιημένα κι ενταγμένα σε μια λιτή κι ευπρόσληπτη επιγραμματική φράση, που μας ανακούφισε. Κάποιος, ο δημιουργός, δούλεψε για μας αφαιρετικά, απελευθερώνοντας το μυαλό μας από την επιβάρυνση μιας αναλυτικής, ενεργοβόρας και φυγόκεντρης πολλαπλότητας. Εξοικονομώντας μας αυτήν την ενέργεια, μας έκανε να νιώσουμε ευεξία, ένα αίσθημα ανιδιοτελές και ταυτόσημο με το αίσθημα της καθ’ αυτό αισθητικής απόλαυσης. Έτσι γίνεται η ποίηση, της οποίας η δραστικότητα πάντοτε επαυξάνεται με την κατάλληλα δοσολογημένη εναλλακτικότητα ρυθμών και πυκνώσεων. Το πρώτο μέρος για παράδειγμα του ποιήματος αναφέρεται σε έκταση και αναλυτικότερα στον Πέρση Βασιλέα. Ξεδιπλώνει χαλαρά και αποστασιοποιημένα τον δεσποτικό ανελεύθερο κόσμο του, με τη χλιδή και τη λατρεία της πολυτέλειας.

Ο οίστρος του χρυσού περικαλύπτει
τον ήλιο του Μεγάλου Βασιλέως
αρίφνητων λαών της αχανούς
Ψυχής, από το Νείλο, τον Ινδό

και τις ακτές του Αιγαίου, της Αραβίας
κι Ευξείνου κι Ελλησπόντου.
Θάλαττα !

Η τελευταία λέξη όμως τι σημαίνει; Γιατί ρίχτηκε το «Θάλαττα» στο τέλος των πιο πάνω στίχων; Ο καθένας μπορεί να το προσλάβει με τον δικό του τρόπο. Έχω την εντύπωση ότι παραπέμπει συνειρμικά στην καθ’ ύβριν αλυσόδεση του Ελλησπόντου. Προσλαμβάνεται όμως προφανώς και ως απόηχος της ιστορικής κραυγής στη θέα της θάλασσας του Πόντου. Ομολογώ ότι ως πιθανότητα με απασχολεί και μια καθαρά διαισθητική εκδοχή, που η συγκεκριμένη λέξη στη συγκεκριμένη θέση, εκφωνημένη με την ανάλογη ένταση, εκφράζει μιαν αυθόρμητη αντίθεση στην αμετροέπεια και την υπερβολή, όπως περίπου το νόημα των λέξεων «φτάνει πια, έλεος».
Το τελευταίο μέρος του ποιήματος επανέρχεται στα των Περσών και τη διαρκή γκρίνια τους για την έπαρση των Ελλήνων. Ξαναθυμίζουμε τον λόγο αυτής της έπαρσης, προτού ακουστεί καταληκτικά κι ο αντίλογος του άλλου σκέλους της προαιώνιας αυτής διελκυστίνδας:

Δοιάκι μας κι οδηγός μας πάντα το άτομο
που μέσα μας φωλιάζει. Κι οι χοροί μας
γεννιούνται από το φρόνημα της αρετής, που λέγει
το πρέπον καθενός ξεχωριστά.

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, αφήνοντας τους Πέρσες να κλείσουν το ποίημα με μια ματαιόδοξη υλιστική καυχησιολογία, αποκαλύπτει τη μειονεκτικότητα του πολιτισμού τους κι αναδεικνύει, εμμέσως πλην σαφώς, την ανωτερότητα του ελληνικού πνεύματος:

(Οι Έλληνες) Δεν κοιτάνε το διάκοσμο,
τη διαγράμμιση και τις επιχρυσώσεις,
τα πτυελοδοχεία για την απόχρεμψη,
το χρώμα τελοσπάντων του γυαλιού
και την κομψότητα του σχήματός του –
σύντηξη και περίχυση κι οξείδιο του αργύρου,
σπειροειδείς νευρώσεις και χυτεύσεις
σε μήτρα που απορρόφησε τα μυστικά
τεχνογνωσίας αιώνων – δεν κοιτάνε οι Έλληνες
τη διαμόρφωση της υαλόμαζας
και σίγουροι, όπως πάντα, κατακρίνουν.

Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι στο τελευταίο τούτο ποίημα δεν πρόκειται για τον Χαραλαμπίδη της πρώτης, μέχρι και την Αχαιών Ακτή, περιόδου. Το γλωσσικό όργανο είναι αναλλοίωτα προσωπικό και πρωτότυπο, η όλη όμως αρχιτεκτονική δομή και τα ποιητικά μέσα του είναι πολύ διαφορετικά. Μια συγκριτική αισθητική αποτίμηση δεν είναι προτεραιότητα για την ώρα. Ο αναγνώστης μπορεί να κάνει τις προτιμήσεις του σύμφωνα με το γούστο και την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία.
Το σύντομο αυτό κείμενο δίνει μια εντελώς δική μου αναγνωστική και αισθητική γεύση, μέσα από τον ερμηνευτικό και αναλυτικό φωτισμό ενός μικρού αριθμού ποιημάτων. Το έργο όμως του ποιητή είναι τεράστιο και απαιτεί πολλές και ποικίλες προσεγγίσεις. Για να στηριχτώ σ’ ένα προστατευτικά ευσύνοπτο πλαίσιο έβαλα τον υπότιτλο: «Ανοίγοντας Όστρακα της Ποίησής του». Ελπίζω να βοήθησα τελικά τον αναγνώστη, ώστε να μπορέσει κι ο ίδιος ν’ ανοίξει περισσότερα ποιητικά όστρακα του πολύ σημαντικού αυτού ποιητή μας.

Πρόσθετο σχόλιο:
Το τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τον τίτλο Στη γλώσσα της υφαντικής (2013), το ανέμενα με μια θετική προδιάθεση. Κι αυτό επηρεασμένος ίσως σ’ ένα βαθμό από τον κομψά διατυπωμένο του τίτλο, περισσότερο όμως από το γεγονός, πως το εκλάμβανα διαισθητικά ως εσώτερη ανάγκη του δημιουργού να στηρίξει (ή και να υπερβεί) τον ποιητικά δυσχερή, κατά τη γνώμη μου, ΙΜΕΡΟ (2012). Παρόλο που χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να καταλήξει κανείς αντικειμενικά και τελεσίδικα, μπορώ καταρχήν να πω,
ότι η συλλογή αυτή ενθυμίζει μερικώς την Ποιητική του παλιού, κλασικού Χαραλαμπίδη. Ποιήματα ιδιαίτερα χωρίς φόρτο μυθολογικών και ιστορικών αναφορών, μας κατακλύζουν με το άρωμα ενός σαγηνευτικού και πολύσημου ποιητικού λόγου.