Κυριάκος Χαραλαμπίδης, στα στέφανα της κόρης του- Άντης Κανάκης, ο γάμος

 

ΗΣΣΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

-Κριτική συνανάγνωση χωρίς προκατάληψη-

Κριτική συνανάγνωση χωρίς προκατάληψη  ( πρώτη δημοσ. στη ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ )

Προκαταβολικά θέτω ως στόχο μου την παραστατική ανάδειξη βασικών σημείων, που προσδιορίζουν την αξία της ποίησης- και ειδικότερα  ενός συγκεκριμένου ποιήματος- ανεξάρτητα από το συνολικό εκτόπισμα ενός εκάστου δημιουργού. Ξεκινώ από δυο δείγματα γραφής με αφόρμηση το ίδιο ακριβώς θέμα, πρόδηλα όμως αποκλίνουσα  ποιητική. Το ζητούμενο είνα ι- μέσα από την ερμηνευτική και αισθητική ανάλυση- να μπορέσει ο αναγνώστης να αντιληφθεί, πότε πετυχαίνει ένα ποίημα  και ποιοί κίνδυνοι περιορίζουν κατά τεκμήριον τη δραστικότητά του. Μια πρώτη κρίσιμη ερώτηση  αναφύεται αυθόρμητα για κάθε φίλο της τέχνης και υποψιασμένο αναγνώστη: Μήπως η καλλιτεχνική πραγμάτωση κερδίζεται  κάθε φορά εκ νέου, με την ίδια σε ένταση δημιουργική δυστοκία; Και μήπως η ευχέρεια και η εμπειρία, ακόμα και στους πιο δόκιμους, δεν εγγυώνται ποσώς την  αυτόματη καταξίωση οποιασδήποτε νέας γραφής; Ίσως όλα  αυτά ακούονται ως κοινός τόπος, δεν είναι όμως και ευρέως  συνειδητοποιημένη αντίληψη.

 Μπορώ, έστω με κάποια επιφύλαξη, ν’ αποφανθώ προκαταβολικά τα εξής: Από τα δυο ποιήματα με την ίδια θεματική, που καταγράφονται αντικριστά παραπάνω, εκείνο του «ήσσονος» Άντη Κανάκη μου φαίνεται δομικά αρτιότερο και  «σεναριογραφικά » πειστικότερο από το αντίστοιχο του μείζονος – κατά γενικήν αποδοχήν – Κυριάκου Χαραλαμπίδη…Χωρίς μια τέτοια  επιμέρους παρατήρηση να ενέχει οιασδήποτε μορφής γενικότερη αμφισβήτηση ( τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη θεωρώ – παρά τις  επιφυλάξεις μου για ένα μέρος του όψιμου έργου του – ως ένα από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές), ισχυρίζομαι ότι και «ήσσονες» ποιητές, στις καλύτερές τους στιγμές, μπορούν να δώσουν καλή ποίηση… Κάτι που επιβάλλει και το ανάλογο για  τον αναγνώστη ( ή τεχνοκρίτη ) καθήκον, ν’ αναζητεί και να ευρίσκει σε πολλούς κήπους τα άξια της ποίησης άνθη. Ας μη θεωρητικολογώ όμως περισσότερο. Παίρνω το ποίημα του Άντη Κανάκη με τον τίτλο «Ο γάμος» », έκδοση 1980

Δυο γυναίκες μόνες

απ’ το συνοικισμό,

στην εκκλησιά παντρεύαν τα παιδιά τους.

 Είναι μια ρεαλιστική εικόνα γάμου, που ανοίγει το σκηνικό για ό,τι σύνηθες αλλά και ασύνηθες  πρόκειται να ακολουθήσει. Δυο στοιχεία ξεχωρίζουν αμέσως, που παραπέμπουν  στην ιδιαιτερότητα  της περίστασης: Η λέξη «μόνες» για τις μάνες των νεονύμφων, και «συνοικισμός»  ως ο τόπος διαβίωσής των. Ένα πρώτο χαμηλό κύμα διέγερσης περνά μέσα μας, ως απόρροια της πρόδηλης απουσίας των  πα-τεράδων του γαμπρού και της νύμφης  από ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός. Και φυσικά αντιλαμβανόμαστε τί δυσάρεστο έχει επισυμβεί – με τον πόλεμο και την ημικατοχή της πατρίδας μας – γι’ αυτό κι η περιέργεια  επικεντρώνεται περισσότερο στον ποιητικό χειρισμό της υπόθεσης…Κάτι που συμβαίνει ακαριαία στη συνέχεια, με το ξεδίπλωμα  μιας  έντονα εξωκοσμικής  εικονοποιϊας :

Κι ενώ έψαλλε ο παπάς

βλέπαν τους άλλους δυο

νά’ ρχονται από μακρυά

                      κοντά τους.

Ο ένας σκιά λευκή.

Ο άλλος κίτρινη.

Ένα ποτάμι

τους έκοβε τον δρόμο.

Η συγκίνηση της στιγμής – υποβοηθούμενη κι απ’ την υποβλητική εκκλησιαστική ψαλμωδία,  γεννά στις δακρύβρεκτες και πονεμένες μορφές τη ψευδαίσθηση του ερχομού εκείνων που λείπουν. Τους βλέπουν με τα μάτια της ψυχής «νά’ ρχονται από μακρυά κοντά τους». Θά’ ταν πολύ κοινότοπη και καλλιτεχνικά καθόλου πειστική δραματοποίηση, αν η εμφάνιση των αγνοούμενων γινόταν άμεσα, χωρίς δυσκολία  και με φυσική των εικόνων χρήση. Οι γυναίκες – μάνες όμως δεν κοιτούσαν αναίτια γεμάτες αγωνία…Αφού μπροστά τους συντελείτο- δίκην αποκάλυψης- το πέρασμα από το πουθενά στον παρόντα κόσμο. Με κομμένη ανάσα τούς παρακολουθούν, να προσπαθούν πεισματικά να υπερπηδήσουν το απροσπέραστο ποτάμι που τους χωρίζει. Το υπερφυσικό σκηνικό επιτείνεται πιο πολύ με την παρομοίωση του ενός αντρός ως σκιάς λευκής και του άλλου ως σκιάς κίτρινης. Μια φευγαλέα απορία διατρέχει το μυαλό του συμμετέχοντος αναγνώστη… Θα γίνει το θαύμα να διαβούν το βαθύ ρέμα; Η ψυχική μας ένταση κορυφώνεται στο έπακρον, όταν με δύναμη ο ποιητής- σε επικούς δημοτικούς τόνους – βάζει τους ασώματους αυτούς πρωταγωνιστές να πηδούν μια και δυο και τρείς φορές, χωρίς να  μπορούν τελικά να περάσουν.

Τρεις φορές

   πήδηξαν οι σκιές

      για να περάσουν.

Τρεις φορές

 πέσαν στο νερό

 Τέλειωσε ο γάμος.

Τους πήρε το ποτάμι.

 Τέλος καλό όλα καλά δεν ισχύουν- καθώς βλέπουμε- στην αισθητικά  κατορθωμένη τέχνη,  η οποία  έχει τον δικό της τρόπο να αποφορτίσει και να χαλαρώσει τον αναγνώστη από τη συσσωρευμένη συγκινησιακή αγωνία. Η λυτρωτική διάθεση σίγουρα επέρχεται από το γεγονός της συγκλονιστικά  βιωμένης- με τα  μάτια της ψυχής – υπερφυσικής μαρτυρίας. Κι αυτό ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα. Μήπως κι ο Διγενής του δημοτικού έπους δεν νικάται στο τέλος, στην υπεράνθρωπη πάλη του στα μαρμαρένια αλώνια, αφήνοντάς μας παρόμοια παρηγορητική ανακούφιση;

Η συνέχεια για τις δυο «οπτασιαζόμενες» γυναίκες – τραγικές φιγούρες του δράματος των αγνοουμένων-  είναι η κυριαρχημένη, ανάλογη με την περίσταση θλίψη, που αφήνει περιθώριο στην ελπίδα  και την προοπτική ευτυχίας των αγαπημένων προσώπων.

Τα στέφανα φιλώντας

     οι δυο μάννες

-Φιλιά πικρά

-Φιλιά αλμυρά

μοιράζαν στα παιδιά τους.

 Τίποτε δεν αφήνουν απ’ τον πικρό καημό τους να βγει προς τα  έξω, κανένα ξέσπασμα που θα θόλωνε την καλοτάξιδη γαμήλια ατμόσφαιρα. Αντίθετα,  με αξιοπρέπεια φιλώντας τα στέφανα, μοιράζουν στο ζευγάρι ευχές και φιλιά. Κι αν τα φιλιά, όπως  διαβάζουμε, είναι πικρά  κι αλμυρά, αυτό μόνο εμείς το ξέρουμε – κι ο ποιητής φυσικά, που πέτυχε να μας το μεταδώσει με τούτο το ποίημα.

Το δεύτερο ποίημα – με πανομοιότυπη θεματική – που θα σχολιάσω, ανήκει στον έγκριτο και πολυβραβευμένο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη.  Είναι μεταγενέστερο, αφού είδε επίσημα το φως της δημοσιότητας το 1989,  με την έκδοση της συλλογής «ΘΟΛΟΣ» ( του Άντη Κανάκη «Ο γάμος» προηγήθηκε εκδοτικά, 1980 ).

Το ποίημα « ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ », του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, από άποψη δομής και γενικότερης ποιητικής στέκει στον αντίποδα του ποιήματος, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Η ανάπτυξή του είναι γραμμική και με κυρίαρχο ένα, σκόπιμα  υποθέτω, απλοϊκό αφηγηματικό τόνο. Αυτό δεν είναι προκαταβολικά μειονέκτημα, αντίθετα  θα μπορούσε να του προσδώσει- υπό κάποιες προϋποθέσεις – μια υποβλητική  επικότητα.. Επειδή όμως ο λόγος μου δεν ευδοκιμεί  ιδιαίτερα στο κενό, προτιμώ και σ’ αυτή την περίπτωση να με ταξιδέψει το ίδιο το ποίημα… Ν’ ακροαστώ τον κρυφό του παλμό, ν’ αφεθώ στην όποια του υπέρλογη θέαση και να νοιώσω, αν μ’ άγγιξε επαρκώς εκείνο το κάτι βαθύτερο και υπερβατικότερο του γεγονότος, που λειτούργησε ως έναυσμα έμπνευσης.

Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν

και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

 Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

 Κανένα προς το παρόν ιδιαίτερο σχόλιο, θα σημείωνα.. Οι εισαγωγικοί  τούτοι στίχοι ανοίγουν με εντυπωσιακή απλότητα και οικειότητα την αυλαία του γάμου της κόρης ενός αγνοούμενου. Οι πρώτοι δυο στίχοι δίνουν λιτά και χωρίς συναισθηματισμό το ιστορικό δραματικό φόντο, στα πλαίσια του οποίου θα  εξελιχθεί η γαμήλια διαδικασία. Η αφελής στη διατύπωση αθωότητα, που εκπέμπει ο τρίτος στίχος,  μας συγκινεί –  αν όχι τόσο ποιητικά  –  τουλάχιστον σε ανθρώπινο επίπεδο. Σημαντικό είναι εξάλλου, να μη βιαστεί ο απαιτητικός αναγνώστης στην κρίση που θα εκφέρει για παρόμοιους μεμονωμένους στίχους, των οποίων η αισθητική δυναμική ενισχύεται κάποτε στην εξέλιξη (το ίδιο άλλωστε ισχύει εν πολλοίς και για την ποίηση του Καβάφη, όχι όμως και για τον εξαρχής πυκνό και αυτάρκη Σολωμικό στίχο ).

Έτσι, και στο λαϊκής εκφραστικής χροιάς «Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί», μένουμε προς στιγμή ποιητικά αμήχανοι και ανικανοποίητοι, προσδοκώντας στην πορεία σε μια αντίστροφη αισθητική αναζωογόνηση της υποτονικότητας του στίχου. Κάτι τέτοιο όμως δεν το βλέπουμε στη συνέχεια. Ο αγνοούμενος πατέρας, που με πάσαν άνεση σηκώνεται κι έρχεται στην εκκλησία, καμαρώνοντας τη νύφη κρυμμένος πίσω από μια κολώνα, μου δίνει την αίσθηση της επιτηδευμένα γραφικής εξιστόρησης, που στοχεύει προφανώς στον αιφνιδιασμό και την ανατροπή του άτονου κλίματος σε κατοπινό στάδιο. Η πρόθεση όμως αυτή δεν βρίσκει μορφολογικό ισοδύναμο, ικανό να προκαλέσει- χωρίς επίπλαστη δραματοποίηση- το έλεος  και την κάθαρση. Ως εκ τούτου υποβαθμισμένη προκύπτει και  η δραστικότητα τού  καθόλου αισθητικού αποτελέσματος. Καταθέτω τους σχετικούς  μ’ αυτό στίχους :

Κατά την τελετή του μυστηρίου

δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.

Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε

πίσω από μια κολώνα και καμάρωνε.

Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του

το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.

Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού

και τον αφήκανε στην ησυχία του.

  Εδώ ο πατέρας έρχεται από μόνος του και εν αγνοία των στενών συγγενών του. Η εμφάνισή του συνδέεται καθηκόντως με την ημέρα του γάμου και η υπέρβαση της πραγματικότητας του θανάτου εδράζεται λογικά στη σχέση αγάπης προς την ακριβή του κόρη. ( Στο αντίστοιχο ποίημα του Άντη Κανάκη, η υπερφυσική αυτή φανέρωση συμβαίνει μέσα στις χαροκαμένες κι ευάλωτες στην οπτική φαντασίωση ψυχές των γυναικών – συζύγων και μανάδων. Κι ούτε είναι απλός περίπατος  το πέρασμα  απ’ τα σύνορα του Άδη, αλλά εναγώνια  ηρωική πράξη, που διαδραματίζεται με συμβολικό τριπλό σάλτο μπροστά στα  έκθαμβα μάτια τους ).

Για να μην είμαι όμως κι άδικος, το ποίημα  «ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ», του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, μπορεί να μη φαίνεται «μείζονος» αισθητικής πραγμάτωσης, διασώζεται εντούτοις σ’ ένα βαθμό από την καταληκτική τραγική του διάσταση, που δίνεται στους τελευταίους έξη στίχους:

 Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.

Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν

καθένας στ’ αυτοκίνητο του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός

στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός

παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

 Οι του πάνω κόσμου παίρνουν τον εύκολο ξέγνοιαστο δρόμο τους, παίρνει κι ο αγνοούμενος πατέρας τον μοναχικό δικό του δρόμο: Ξαναμπαίνει φρόνιμα στο μνήμα, ως  να  είναι η φυσική κατοικία του. Η έξοδος, που λίγο μόνο διήρκεσε, είναι  μοιραίο να μην έχει συνέχεια. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, οι καλλιτεχνικές του αναγνώστη κεραίες αρχίζουν για πρώτη φορά πραγματικά να δονούνται…Αν τα παλινδρομικά  κύματα  που εκπέμπουν  είναι τόσο δυνατά, ώστε να αιμοδοτούν επαρκώς και ό,τι τόσο χαλαρά προηγήθηκε, δεν είμαι  τόσο βέβαιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάφιοι ποιητές μετά το 60 – Γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης

Πάφιοι ποιητές μετά το 60 (γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ) –
Σε ειδικό αφιέρωμα της φθινοπωρινής ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ για την Κυπριακή ποίηση
******************************
Η πρώτη αξιόλογη ποίηση σε σύγχρονο στίχο, που είδε το φως της δημοσιότητας στην Πάφο μετά την Ανεξαρτησία, είναι το «Ενδοσκόπιο»( 1961) του Σοφοκλή Λαζάρου (αντηχούσαν ακό μα εκ βάθους χρόνου οι στίχοι του βάρδου της  Κυπριακής ελευθερίας  ήρωα Ευαγόρα
Παλληκαρίδη:

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια,
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη λευτεριά…)

Μ’ αυτό το  ιστορικό φόντο λίγο πιο πίσω, εκδόθηκε η συλλογή «Ενδοσκόπιο», μια ποίηση που με τους τρόπους της- λυρική καθαρότητα, ελλειπτικότητα, σουρεαλιστική τόλμη- τράβη- ξε αμέσως την προσοχή της κριτικής κι επαινέθηκε για την αισθητική της αξία. Είχε κυκλοφο- ρήσει τρία χρόνια πρωτύτερα o προδρομικός «Ανήφορος», χωρίς να προσεχτεί ιδιαίτερα. Για την εποχή εκείνη- και όχι μόνο- στίχοι όπως οι ακόλουθοι (από το ποίημα «Η Πέτρα»), έκα-ναν αίσθηση:

Η γυμνή πέτρα ασπράδι ματιού που ξέχασε
Να δει τα μυστικά του κάμπου την αυγή
Σκοτώνει την επιθυμία να γιατρευτείς από τον τόπο σου.
Το φως, έπεσε απάνω της βαρύ.
Δεν το σκοτώνεις με χιλιάδες μαχαιριές
Δεν το σηκώνεις με χιλιάδες χέρια.

Όσο κι αν άλλαξαν στο μεταξύ πολλά πράγματα, πιστεύω ακόμη και σήμερα ότι το ποίημά   του αυτό της πρώτης εκείνης αισθητηριακής και πηγαίας πρόσληψης του κόσμου, είναι από τα αρτιότερα του Σοφοκλή Λαζάρου. Καμμιά έννοια και κανένας υψιπετής στοχασμός δεν μας παίρνει απ’ ευθείας από το χέρι, χωρίς να γίνει πρώτα εικόνα, μεταφορά και αίσθηση ζωής. Η λιτότητα δεν συγχέεται με την απλοϊκότητα, η ελλειπτικότητα δεν αναιρεί την εκφρα στική καθαρότητα. Άλλα σημαντικά ποιητικά βιβλία του Σοφοκλή Λαζάρου, γραμμένα σε αραιά διαστήματα και με μεταφυσικές πλέον αναζητήσεις, είναι η «Επιστροφή», 1981, το «Ένδον πορευόμενος»1988, οι «Καταγραφές» 1993 – και το όψιμο «Φυσάει Βοριάς», 2000.
Ο Νάσος Φλόγας (φιλολογικό ψευδώνυμο του εκπαιδευτικού Τάκη Χαραλαμπίδη) είναι το δεύτερο ανάστημα στο σύγχρονο ποιητικό στερέωμα της Πάφου, που εμφανίζεται εκδοτικά αρχές της 10- ετίας του 60. Αντισυμβατικός στον λόγο του και ανατρεπτικός εξ ιδιοσυγκρασίας, ενσταλάζει εν τούτοις στους στίχους του ουμανισμό και μοναδική λυρική ευαισθησία. Στα παραδοσιακά ιδιαίτερα και πιο προσωπικά του ποιήματά,
κατορθώνει απέριττους και συγκινησιακά δραστικούς στίχους. Έχει εκδόσει δέκα τόσα ποιητικά βιβλία, τα περισσότερα  σε μεικτή ή ελεύθερη τεχνοτροπία. Η έμπνευσή του σε πιο σύνθετες και πολύστιχες δημιουργίες προχωρεί με νευρώδη, γοργό ρυθμό και με χαρακτηριστική κάθε τόσο επωδό κλιμακούμενης έντασης.

Η μοίρα μας
αδύνατη ματιά
μέσα στους κάχτους.
Η μοίρα μας
φύλλο ρηχό,
φύλλο φτωχό,
στον παιδεμό
του ανέμου
.
                       ( από τον «Μονόλογο του Μεσονυχτίου» 1972)

Ο Νάσος Φλόγας κατέθεσε ποιητικό έργο διακινούμενος μορφικά ανάμεσα στην  παραδοσιακή και τη σύγχρονη ποίηση. Αποδείχτηκε και στις δυο τεχνοτροπίες καλός τεχνίτης και ουσιαστικός δημιουργός.

Η Μυριάνθη Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου είναι η τρίτη ποιητική φυσιογνωμία  της δεκαετίας του 60, με καθαρά Παφίτικες καταβολές. Χωρίς ακόμα να έχει εκδόσει, εμφανίστηκε στον λογοτεχνικό περιοδικό τύπο σχετικά νωρίς. Έμελλε να εξελιχθεί στη συνέχεια στην πιο πολυσχιδή  περίπτωση Παφίου λογοτέχνη. Αυθεντική και πηγαία στην έμπνευση και την ιδιοσυγκρασία, με καλλιτεχνικό υπόβαθρο βαθιά λαϊκό κι απευθείας εμπειρίες από την  ιστορία και τους αγώνες του τόπου, η Μυριάνθη ενορχήστρωσε το σύνολο των εκδόσεων της σ’ ένα έργο πολύτροπο και πολυφωνικό: Ποίηση φιλοπατρίας  με συγκρατημένο το λυρικό στοιχείο («Επιστροφή»),   λυρικο-επική αργότερα σύνθεση με αναδρομή στον χρόνο και την ιστορία ( «Άχρονη Φύση» 1988), τρυφερή συγκινητική ελεγεία στο «Γράμμα στον Αγνοούμενο», 1997, και η βραβευμένη συλλογή «Στον κρατήρα του Ήλιου», με ένταση ευαισθησίας και  ψυχή πανέτοιμη ν’ αναμετρηθεί με τις μεγάλες υπαρξιακές προκλήσεις. Και όλα αυτά ενώ παράλληλα η ποιήτρια, έχοντας ανεξάντλητα δημιουργικά αποθέματα, εκδίδει σειράν βραβευμένων ποιητικών βιβλίων για μικρά παιδιά, για μεγάλα παιδιά αλλά και ποιήματα για εφήβους. Να σημειώσουμε ακόμα τις εκδόσεις με την αναγνωρισμένα αξιόλογη ποίησή της στην Κυπριακή διάλεκτο.
Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μυριάνθης, με τον τίτλο «Άριες του περασμένου Καλοκαιριού», έκδ.2007, συνιστά ένα αυθεντικό ανάβρυσμα της λυρικής της ιδιοσυγκρασίας. Αποτελεί ένα αρτεσιανής εκροής δημιουργικό συναπάντημα πρωτογενών βιωματικών παραστάσεων, με φόντο τη ζωή που γέρνει πλέον στη δύση της.

Έλα

Η νύχτα πήζει τώρα
ώρα την ώρα τα σκοτάδια της
άδεια της ειμαρμένης τα χαμόγελα
Έλα, μου γνέφουν οι ωραίοι αγαπημένοι
Μένει το ναι στα χείλη μου να κρέμεται
τεφρή κατάφαση
ύστατο σέλας θανάτου.
( «Άριες του περασμένου Καλοκαιριού»)  

Η Ντία Καστρίνιου, γεννημένη το 1936, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές τη δεκαετία του 70. Η ποίησή της σ’ ελεύθερο τρυφερό και λιτό στίχο, διαπνέεται από φιλειρηνικό και ανθρωπι- στικό πνεύμα. Δίνω ένα απόσπασμα από το ποίημα «ΑΡΡΥΘΜΕΣ ΩΡΕΣ» (συλλογή «Οδύνες και Φως»1973):

Άμετρες ώρες,
επίμονα μετρούν την άβυσσο των τύψεων
και τα πουλιά της θύμησης
περίτρομα μαζέψαν τα φτερά τους,
κι όλα τριγύρω μας ψυχορραγούν
σ’ άρρυθμες, ατέλειωτες ώρες.

Από την Πάφο κατάγεται και ο φιλόλογος-ποιητής Γιώργος Ρουσής που μετά τις Πανεπιστημιακές του σπουδές έμεινε μόνιμα στην Αθήνα, όπου κι εργάστηκε στην Μέση εκπαίδευση για πολλά χρόνια. Με το πρώτο ποιητικό του βιβλίο  ΒΗΜΑΤΑ ( έκδ. 1966 ) καταθέτει ώριμο, κλασικό στην εκφραστική καθαρότητα λόγο,με μακρά ποιήματα συνθετικής δομής και ανάπτυξης. Με στέρεη φιλολογική κατάρτιση και δημιουργική αφομοίωση της διαχρονικής Ελληνικής κληρονομιάς, ο Ρουσής εντυπωσιάζει θετικά με την αρμονική σύμμειξη του αφηγηματικού, του δραματικού και του λυρικού στίχου, στοιχεία που προσδίνουν στην ποίησή του υποβλητικότητα και αρτιότητα εκφραστική.

Άδεια πόλη, οι δρόμοι σου όλοι με οδηγούν στη μοναξιά
και τα κλειστά σου σπίτια μου θυμίζουν την πατρίδα.
Τον ουρανό τον έχασα και δέχτηκα να λησμονήσω
τ’ αστέρια, μα τους ανθρώπους που αγαπάς δεν συγχωρείς.
Ένα καλύβι είν’ αρκετό κι ένα λυχνάρι
σαν έρθει η νύχτα. Μα στον ύπνο τη γαλήνη πώς να βρείς;
                                                                     ( ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ, από την ομώνυμη συλλογή)

Ο Γιώργος Ρουσής εξέδωσε ακόμα τέσσερεις ποιητικές συλλογές, στις οποίες το στίγμα του λόγου και της ποιητικής του επιβεβαιώνονται, χωρίς ανατροπές και μετεξελίξεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ, έκδ. 2005, ποιητικές προσωπογραφίες ιστορικών προσώπων από την αρχαιότητα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 70  εμφανίζεται ο Αντώνης Πιλλάς, ένας ποιητής  sui gene- ris, με ανεξάντλητο λυρικό απόθεμα και μια πορεία που τον οδήγησε μέσα από ποικίλες φόρμες και πολλαπλές επιδράσεις, στις ωριμότερες και προσωπικότερες ποιητικές συλλογές της δεκαετίας του 90 και μετά. Στην όψιμη αυτή περίοδο έδωσε αρκετά δείγματα πυκνής, πολύσημης  γραφής, που αντέχουν αξιολογικά στο αυστηρότερο αισθητικό νυστέρι. Τον χαρακτήρισα κάποτε ως ποιητή της ένυλης μεταφυσικής, μιας μεταφυσικής που μορφοποιείται ποιητικά με την αίσθηση της απώλειας  μιας ονειρικής πραγματικότητας.

…Ω, ν’ άδειαζα
απ’ την καρδιά μου το σκοτάδι,
τα χέρια μου απ’ το κάθε μάταιο βάρος
και σαν πουλιά ορφανά να τα ύψωνα σε Σένα!

Στον Αντώνη Πιλλά το θρησκευτικό αίσθημα παρουσιάζεται έμμεσο και εικονοποιημένο, παίρνει δηλαδή υπόσταση εμπράγματη. Σ’ αυτή την ώριμη περίοδο θα δουν το φως της δημοσιότητας, όπως ανέφερα παραπάνω, μερικά από τα αρτιότερα συνθέματά του,  έχοντας μ’ αυτά για πάντα υπερβεί το παλιό εκείνο στίγμα του τελευταίου παραδοσιακού, που του είχαν προσάψει σε αρχική φάση.

Ο Χριστάκης Πισιάρας, αποβιώσας το 1990, έγραψε ποίηση, σε πρώτη φάση ιδεολογικής αιχμής, παράλληλα όμως και τέτοια στον αστερισμό του πρώτου Ελύτη (Διαμαρτυρίες, 1973, Ποιήματα 1985 ). Με σαφώς σουρεαλιστική γραμμή και έντονο φυσιοκρατικό φόντο στις πρώτες δημιουργίες του, πέρασε στη συνέχεια σε επιγραμματικότερους κι εκφραστικά λιτότερους στίχους, όπου ίσως και λόγω επαγγέλματος (ψυχίατρος) ξανοίχτηκε σε χώρους του διαλογισμού και της Παραψυχολογίας. Εκεί που η προσπάθεια υπερβαίνει τις δομές και τα μέσα τού καλλιτεχνικά ακατέργαστου εντυπωσιασμού, σε δείγματα δηλαδή όπου η ποιητική μετάπλαση είναι επαρκής, ο Πισιάρας μας δίνει πυκνούς, κοινωνικά και ψυχογραφικά καίριους στίχους.

Στους σύγχρονους Πάφιους ποιητές ανήκει δίχως άλλο και ο εκπαιδευτικός Νίκος Πενταράς, παρόλο που λόγω επαγγέλματος κρατήθηκε κατά το πλείστον εκτός Πάφου. Στην ποίηση κατέγραψε αρκετές συλλογές, με πρώτη τις « Ώρες πολέμου» 1975, και τελευταία – έννατη στη σειρά – την ποιητική συλλογή «Με φόντο Φθινοπωρινό», 2015.
Ο Πενταράς θήτευσε στην ποίηση με αφοσίωση και χωρίς διακοπή, δίνοντας εξελικτικά επαρκές και πλούσιο έργο. Με παραδοσιακούς ή και μεικτούς ρυθμούς στην αρχή, επεξεργάζεται στη συνέχεια κι εμβαθύνει δημιουργικά στον ελεύθερο στίχο, με αποτέλεσμα μια ενδιαφέρουσα και πλούσια συγκομιδή.

ΑΝΟΜΒΡΙΑ

Στείρα βρύση
στεγνό πηγάδι
και πετρωμένος ουρανός.

Στην άδεια στέρνα
τα περιστέρια
ραμφίζουν το κενό.
                              («Η Τρίτη απόφαση,1988»)

Ο πιο ολιγογράφος στον ελεύθερο στίχο ποιητής της Πάφου, είναι αναμφίβολα ο Κώστας Αρμεύτης. Σε νεαρή ηλικία (23 χρονών) δημοσίευσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τον ηχηρό τίτλο «Θα φωνάξω στο άπειρο στάσου!»,έκδ. 1973.  Ήταν περισσότερο μια ποίηση «αρχή και τέρμα» για την περίπτωσή του, μια ποίηση λιτή πυκνή κι ώριμη, παρά μια πρωτόλεια εμφάνιση. Είκοσι χρόνια αργότερα, όταν θα επανεμφανιστεί, θα επανεφέρει ένα μέρος των παλιών εκείνων σύντομων ποιημάτων του, μαζί με κάποια καινούργια που μπόρεσε στο μεταξύ με προφανή δυστοκία να καταγράψει. Ο Κώστας Αρμεύτης είναι τεχνίτης της πυκνότητας και οικονομίας του στίχου, αφού συμπιέζει την έκφραση μέχρι τα έσχατα όρια, χωρίς ν’ αφήνει συνήθως να περισσεύει ούτε λέξη. Έχω την εντύπωση όμως, ότι αυτή η εκφραστική αυστηρότητα και οξύτητα είναι κι η βαθύτερη αιτία της ποιητικής δυστοκίας του. Με λιγοστούς μόνο στίχους φτάνει έγκαιρα κάθε φορά στην πληρότητα, χωρίς περαιτέρω υπόλοιπα επέκτασης των εμπνεύσεων του.

Η ανατομία του Θεού

Αγάπη,
πληγή που όταν πας να κλείσεις
μ’ ένα μαχαίρι σε σκαλίζω…

Περισότερο γνωστός ως μελετητής και εκπαιδευτικός της Μέσης εκπαίδευσης, ο Χρύσανθος Κακογιάννης ασχολήθηκε όψιμα με την ποίηση, εκδίδοντας τις συλλογές «Στόνοι», 1983, και «Διάσταση»,1989. Με δεδομένη τη φιλολογική και κλασική του παιδεία, τα ποιήματά του  – άνκαι συνήθως πατριωτικά και φυσιολατρικά – διαπνέονται από μελαγχολία και απογοήτευση για την τρέχουσα πραγματικότητα. Ο στίχος του έντονα νοσταλγικός, αδυνατίζει αισθητικά από τη ροπή στη μεγαλοστομία, τον ρητορισμό και την κυριολεκτική συχνά διατύπωση. Ένα σαφώς καλύτερο αποτέλεσμα πετυχαίνει σε προσωπικότερες, με συγκινησιακή φόρτιση στιγμές, όπου γίνεται χαμηλόφωνος και τρυφερός.
Ο Νεόφυτος Παπαλαζάρου, γεννημένος το 60, είναι κατεξοχήν ποιητής της μετα-εισβολικής περιόδου. Με τέσσερεις ποιητικές συλλογές (η πρώτη «Ματωμένες μνήμες», 1986, η τελευταία «Η ηλικία των δέντρων», 2012 ), συγκινείται και στοχάζεται λυρικά με τα βιώματα και τα συμβάντα μιας τραγικής για την πατρίδα μας περιόδου. Οι στίχοι του λιτοί και με εκφραστική καθαρότητα αποπνέουν πόνο ψυχής και πίστη για ειρήνη στον κόσμο.

Σε περιμένουμε
κοιτάζουμε αντίπερα την άκρη του δρόμου
κρυφακούμε το θρόϊσμα των θάμνων.
Στο τραπέζι για το δείπνο η καρέκλα σου άδεια,
το κοστούμι σου σιδερωμένο,
τα βιβλία ανοιχτά σε περιμένουν,
ο ύπνος μας λείπει
κι η ελπίδα, τυλιγμένο αδράχτι.
Σε περιμένουμε!
  

Η καθαυτό ποιητική παραγωγή του γιατρού Ανδρέα Πετρίδη, η εκδοτική τουλάχιστον,  συμπίπτει με την ίδρυση της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου, το έτος 1989.
Τη χρονιά αυτή εξέδωσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δωρική γραμμή». Ακολούθησαν οι «Αργοί σταλακτίτες», «Νόστου και Φυγής» και το «Εντόπιο Ρίγος»,2014, μια περίοδος σχετικής ολιγογραφίας εικοσιπέντε τόσων χρόνων. Ασχολήθηκε επίσης δημιουργικά με τη μετάφραση (Μπρεχτ, Ρίλκε) και το λογοτεχνικό κριτικό δοκίμιο. Αφήνω ένα σύντομο σχολιασμό στους Γ.Κεχαγιόγλου-Λ. Παπαλεοντίου, όπως καταγράφεται στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (2010): Δεν φαίνεται καθόλου τυχαίο, το ότι μετέφρασε στα Ελληνικά αρκετά ποιήματα του Ρ.Μ. Ρίλκε, σημαντικού εκπροσώπου του συμβολισμού και της καθαρής ποίησης…Με έντονη εικονοπλασία, που έχει συνδεθεί με την πρώτη φάση της ποίησης του Ελύτη, στοιχειοθετείται ο ταπεινός κόσμος της καθημερινότητας και του Κυπριακού τοπίου, για να εξαχθούν τα μεγάλα θέματα της ζωής μέσω μιας υπαινικτικής γλώσσας. Σταδιακά, κυρίως στην πιο πρόσφατη δουλειά του, ο Πετρίδης κατορθώνει να καλλιεργήσει έναν πιο ουσιαστικό λόγο, που αφενός τείνει στην αφαίρεση και τη συμπύκνωση, αφετέρου διατηρεί την επαφή με τα πράγματα.

Μια κατάνυξη

Περπατώντας ξανά
στον δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα,
χωρίς κάποια πρόθεση – αντίθετα ίσως,
ξυπνά μια κατάνυξη από ένα
σαπισμένο που πέφτει καρύδι,
μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,
που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα
και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο
της μνήμης θρουμπί.

Στην Πάφο έζησε επίσης πολλά χρόνια κι ανδρώθηκε ως ποιητής ο επίσης γιατρός και μεταφραστής γερμανικής ποίησης Δημήτρης Γκότσης. Απεδείχθη πολυγραφότατος, αφού εξέδωσε από το 1989 που πρωτοεμφανίστηκε ( Έστωρ ), πάνω από 10 ποιητικά βιβλία. Είχα γράψει σε σχετικό κείμενό μου για την ποίηση του Γκότση:

Κοντολογίς, από το βιβλίο του «Της Ευφρόνης» και μετά, αρχίζει ν’ αποβάλλει σ’ ένα βαθμό προηγού- μενές του αδυναμίες φυγόκεντρων ενατενίσεων κι επιτυγχάνει μια πιο καίρια και πιο εύστοχη συμβο- λιστική. Ξεφεύγει από τον εγκλωβισμό του υποκειμενικού και συμπίπτει ευκρινέστερα με το συλλογι- κά αναγνωρίσιμο…Οι στίχοι ή μικρές ομάδες στίχων προβάλλουν με κρυστάλλινη διαύγεια και με φόντο ένα υπαρξιακά δραματικό κλίμα. Αρμονικές εναλλαγές ρυθμού και εικόνων διαπερνούν την αυστηρή γλωσσική επιφάνεια κι αγγίζουν τη ψυχή του αναγνώστη με τη ζεστασιά μιας εκλεκτικής ανθρώπινης ανάσας.

 

Κήπος στη νύχτα ( απόσπασμα)

Έχεις χαρά μέσα στον κήπο,

όταν ακόμη και στη νύχτα ανασαίνει.

 

Μπορεί τα δέντρα του

να παρασταίνουν σφάλματά σου,

βαρειές σκιές, που στέλνουν τον ορίζοντα

πιο γρήγορα στο βράδυ.

Μπορεί και τα φυλλώματα

να μοιάζουν μ’ άφαντη παλάμη

για τους ανέμους ή τ’ αστέρια

                       που σε παίδεψαν.
                                        ( «Της Ευφρόνης», 2001)

 

 

Η Αθηνά Χαραλαμπίδου,  με τέσσερεις ποιητικές συλλογές μέχρι σήμερα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Παφίτικης λογοτεχνικής ομάδας. Τρυφερή και ουμανιστική στα πρώτα ποιήματα («Εκείνο τον Απρίλη» 87, «Παρά θίνα θαλάσσης» 97),  χορική στη σύνθεση «Κινύρας Βασιλιάς και Ιεροφάντης», 2005, νοσταλγικά βιωματική στην τελευταία συλλογή «Φωτερές ή θολερές όλες δικές μας» 2015.

Οι σκέψεις παίζουν θλιμμένες φυσαρμόνικα
καλούν απεγνωσμένα την αγάπη,
ποιους να ζεσταίνει άραγε τώρα;
Οι σκέψεις εκπέμπουν φως
να βρει τον δρόμο ο έρωτας
και νά’ ρθει. Ποια σώματα να καίει άραγε τώρα;
                                            (Distruttivo Tempo IV, απόσπασμα»)

Η Ζέλεια Γρηγορίου,  με μόνιμη διαμονή τη Λευκωσία, γεννήθηκε στη Τσάδα της Πάφου κι εξέδωσε τα πρώτα 2 ποιητικά της βιβλία αρχές της δεκαετίας του 90, όντας τότε ενεργό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου. Η ποιότητα των στίχων της προσέχτηκε ήδη από την πρώτη ποιητική συλλογή «Κοραλλιογενής», η οποία πήρε βραβείο νέου λογοτέχνη για το 1993. Η ποίηση της Ζέλειας είναι εξαρχής τεχνικά ώριμη, μεταμοντερνιστική εν πολλοίς και με διακριτή την ενδοκειμενική επικοινωνία με νεοτερικά ρεύματα της Αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας. Στη θεματική της, ιδιαίτερα στα πρώτα ποιητικά βιβλία, κυριαρχεί η σπουδή στο ερωτικό σώμα και μια τολμηρή κάποτε ρεαλιστική εκφραστική, που δίνει προσωπικό ύφος και ενδιαφέρον στη λυρική της αφήγηση. Στην τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο «ΤΑ ΠΟΥΝΤΟΛ ΤΗΣ ΛΟΝΤΕΒ», η Ζέλεια Γρηγορίου ξανοίγεται πέραν του στενά ιδιωτικού χώρου, σε συνάφεια με προκλήσεις κι αδιέξοδα της μονοδρομικά τεχνοκρατικής κοινωνίας.

Πολυγράφος ποιητής, αλλά κι εξαίρετος μουσικός και συνθέτης, είναι ο Ανδρέας Αρτέμης, γεννημένος το 1962. Η εν Πάφω ποιητική του εμφάνιση (είχαν προηγηθεί 2 άλλα ποιητικά βιβλία) αρχίζει με τη συλλογή «Αναφλέξεις Εικονολατρείας», 1988, τιμητική έκδοση του Αθη- ναϊκού περιοδικού «Αλεξίσφαιρο». Ακολουθεί, παράλληλα με εντυπωσιακή μουσική δημι- ουργία, μια πλούσια κατάθεση άλλων 6 ποιητικών συλλογών, επιπρόσθετα μελοποιήσεις στίχων ( Μελίσματα ήχων από ιστορίες αγγέλων – 2005, «Όταν τα σύννεφα κατέβηκαν στη γη»-2007 ). Στις αρετές της ποίησης του Ανδρέα Αρτέμη συγκαταλέγονται  η εικονοπλαστική τόλμη και ο  σουρεαλιστικός δυναμισμός του. Ο στίχος του αδυνατίζει και θολώνει μόνο, όταν η έκφραση γέρνει περισσότερο σε λεκτικές τόλμες ή στην υπερβολική χρήση αφηρημένων, ποιητικά αδρανών  ουσιαστικών. Σ’ ευάριθμες φυσικά περιπτώσεις επιτυγχάνεται μια αρμονική ισορροπία, με αποτέλεσμα ευτυχείς στο αισθητικό αποτέλεσμα  δημιουργίες.

Ο Αρτέμης Αντωνίου εμφανίστηκε ποιητικά λίγο μετά την Τουρκική εισβολή (1974), κατά την οποία συνελήφθη αιχμάλωτος.Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και την πρώτη ποιητική συλλογή του, τα «Χαλάσματα κι ελπίδες», σ’ ένα κλίμα ρεαλιστικού ουμανισμού και φιλειρηνικής διάθεσης. Αργά και σταθερά στη συνέχεια καλλιεργεί και κατακτά το ίδιον της ιδιοσυγκρασίας του λιτό και ολιγόστιχο ποίημα, που του αποφέρει συνολικά άλλες 7 ποιητικές συλλογές. Η συνεχής επεξεργασία του αρχικού μορφικού πυρήνα βοηθά τον Αρτέμη Αντωνίου να φτάνει σ’ ένα εκφραστικά λιτό κι επιγραμματικό αποτέλεσμα, με θεματική επικέντρωση την κριτική προσέγγιση του κοινωνικού περίγυρου και της ιστορίας. Η έμπνευσή του διαποτίζεται πάντα από ένα βαθιά λαϊκό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Ο αρχιτέκτονας Βαγγέλης Μαυρονικόλας έκανε την πρώτη του ποιητική παρουσία το 1990, με τη συλλογή «Αυτογνωσία». Πολυπράγμων και πολυτάλαντος (αρχιτεκτονικό σχέδιο, γλυπτική, φωτογραφία εσχάτως), ο Βαγγέλης θα συμπληρώσει με τις επόμενες του εκδόσεις ( τελευταία «Τίκβα»,2015), ένα ποιητικό κύκλο πολλαπλών μορφολογικών και υπαρξιακών αναζητήσεων. Η ποίησή του νευρώδης και στη δομή της εξελικτική, αναπτύσσεται με αλλεπάλληλες συχνά κινήσεις, που συνθέτουν οργανικά την ολότητα της σύλληψης. Μια τάση αφηγηματικότητας ανήκει στις αδύνατες πλευρές της ποίησής του. Παρόλο που η συντελούμενη ποιητική λειτουργία στον Βαγγέλη Μαυρονικόλα εκπέμπει ενίοτε μια αγχοτική αύρα – με στίχους ή ομάδες στίχων να μην έχουν πάντα επαρκώς συμπυκνωθεί, ο ποιητής διαθέτει φαίνεται δυνατότητες με την άσκηση κι εσωτερική να δώσει περισσότερα.

Ο Σωκράτης Γρηγοριάδης, μουσικοδιδάσκαλος, κατάγεται απ’ τη Τσάδα της Πάφου και διαμένει μόνιμα στη Λευκωσία. Πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά το 1989 με την πολυσέλιδη ποιητική συλλογή «Στην κασέλα υπάρχουν χρώματα». Έχω τη γνώμη,  ότι αυτή η λυρική «κασέλα» στάθηκε ένα αδικημένο βιβλίο. Συνιστά μια καλογραμμένη πολυθεματική τοιχογραφία τρυφερά αισθητοποιημένου λόγου, με ποιητική ανάδειξη αισθημάτων, γεγονότων και προβληματισμών απ’ όλο το φάσμα της ανθρώπινης βιωματικής εμπειρίας. Ο ίδιος ποιητής εξέδωσε επίσης τη βραβευμένη συλλογή «Εξόριστη Αφροδίτη»,1991.

Ένας άγγελος στο σκοτάδι

Λίγο ακόμα
θά’ μοιαζα τυφλού
που ανάβλεψε ανέλπιστα
Απρίλη την Άνοιξη.

Αλίμονο.
Αγγέλου μοιάζω
σε πηκτό σκοτάδι
ανυποψίαστο.
(«Στην κασέλα υπάρχουν χρώματα»)

Ο γιατρός Ανδρέας Μαλόρης  είναι κατά κύριον λόγο βραβευμένος διηγηματογράφος, πρωτοεμφανίστηκε όμως λογοτεχνικά ως ποιητής το 1983 («Τα τριάντα ποιήματα»). Ένα τέταρτο του αιώνα μετά (2015), εκδίδει το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο με τον τίτλο «ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ». Ο λόγος του, χωρίς να στερείται διόλου ελλειπτικότητας, ακούεται αντισυμβατικός, με στόχευση απευθείας στον φωτισμό, από μια σύγχρονη σκοπιά, της βαθύτερης ουσίας των πραγμάτων.

ΠΡΙΝ ΠΛΗΜΜΥΡΊΣΕΙΣ

Από τώρα και στο εξής
να κτυπάς την πόρτα πριν
πλημμυρίσεις.

Πώς να διώξω τώρα
τούτη τη θάλασσα
από το καθιστικό της μνήμης;

Ο Θάνος Παπαδόπουλος επανεμφανίστηκε στην ποίηση το 1987, με τη συλλογή «Ελεγεία»  (έγραφε παλαιότερα ως μαθητής στο περιοδικό ΠΝΕΥΜΑ). Ακολούθησε το δεύτερό του ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Δεν και Μηδέν», έκδοση του 1990. Παραθέτω στίχους του από την καθαρά βιωματική «Ελεγεία»(εμπνευσμένη από τον πρόωρο θάνατο της αδελφής του):

Πάνω από τη στέγη του σπιτιού μας
φτερούγισαν οι μαύρες νυχτερίδες
και πώς θ’ απλώσουμε όπως άλλοτε να δροσιστούν
στο φεγγαρόφωτο οι ψυχές μας;
Πάνω από τη στέγη του σπιτιού μας
βαριά ομίχλη διπλομαντάλωσε τη σκέψη μας
και πώς θα βγούμε ν’ αναπνεύσουμε
τις ανταύγειες τ’ ουρανού;

Την πιο ιδιότυπη περίπτωση ανάμεσα στους Πάφιους ποιητές της τελευταίας 25 –ετίας, αποτελεί ο φυσιογνώστης εκπαιδευτικός Ανδρέας Γεωργιάδης. Με πολύ διασταγμό και δυστοκία πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά με τη συλλογή «Ακαριαία», 1990. Προσθέτοντας αργότερα νέα ποιήματα, εξέδωσε το νέο ποιητικό του βιβλίο «Φυσιοδρόμιο», 2002. Απέσπασε μ’ αυτό το Ευρωπαϊκό βραβείο Jean Mone, εκπλήττοντας για τη γρήγορη κι απρόβλεπτη επιτυχία. Επρόκειτο σίγουρα για μια  αμφιλεγόμενη ποίηση. Κατανοώντας τις  επιφυλάξεις πολλών αλλά και διαφωνώντας με απόλυτες και ισοπεδωτικές εκτιμήσεις, είχα γράψει στον σύντομο διαφωτιστικό πρόλογό μου, μεταξύ άλλων τα εξής:

….Δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνει με εκπληκτικό τρόπο μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες κι αισθήματα αναδύονται μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κινείται φυσικά διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική λεκτική ατάκα… Δίνω ένα δείγμα:

Μετάλλαξη

Η ακτιβολία σου
προκάλεσε μετάλλαξη*
στο γονίδιο του έρωτα.
Τον έκανε παράφορο.

Πόσο αισθάνομαι ευτυχής!
Μ’ αλοίμονο, το ξέρω
θά’ ναι θνησιγενής.
*
Μετάλλαξη: τυχαία, συνήθως δυσμενής αλλαγή του γενετικού υλικού

Η Σοφούλα Ευγενίου – Αθηνοδώρου,  από τη Γεροσκήπου της Πάφου, εξέδωσε μέχρι στιγμής μόνο την ποιητική συλλογή «ΕΝ ΑΙΘΡΙΑ – ΦΩΣ», 2001. Ο ποιητικός λόγος της ακούεται συνήθως υποβλητικός, με τον στίχο της να πέφτει λιτός και βαρύς… Κάτι σαν δραματική υπόκρουση σε χορικό βηματισμό, όπως στο ακόλουθο απόσπασμα:

ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ

Κορύβαντες χορεύαν
Τον κόρδακα της εκδίκησης
Οι μάσκες πέφταν
Κομμάτιαζαν κάθε αιδώ
Τ’ άλογα χλιμίντριζαν
Κτυπώντας τα πέταλα
Βουτηγμένα στο αίμα
Στις κολώνες
Της Αγιάς Σοφιάς
Αφήνοντας σημάδια στους αιώνες.

Στη νεώτερη γενιά σύγχρονων Παφίων ποιητών ανήκει δίχως άλλο ο Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου,  με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του ( ΑΝΤΙΟ, 2001, «ΜΠΛΕ ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ», 2005, και Η ΡΟΔΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑ, 2012). Η ποίησή του τρυφερή και νοσταλγική, γίνεται στην εξέλιξή της σκληρότερη και απομυθοποιητική. Διακριτή είναι η τάση αμφισβήτησης του καθιερωμένου και καταπιεστικού κοινωνικού κώδικα, με ευδαιμονική ενεργοποίηση  παραστάσεων της πρώτης εκείνης εξιδανικευμένης βιωματικής μνήμης.
Στις αρετές τού ποιητή ανήκουν ο απλός και λιτός λόγος, στις αδυναμίες του η αναλυτική ενίοτε, όχι επαρκώς συμπυκνωμένη λυρική αφήγηση.

ΕΝΟΧΗ

Είμαι η ενοχή
που διασκορπίστηκε πρώτη,
είμαι η αρχή,
που γέννησε ο χρόνος.
Είμαι η στιγμή,
που χάθηκε στη μεγάλη έκρηξη,
είμαι το φως,
που ταλαιπωρεί το σκοτάδι.
Είμαι η αγάπη,
και περιμένω εσένα.  

Mια εξ-αιρετική ως προς τον ανοίκειο τρόπο γραφής ποιητική περίπτωση, αποτελεί ο νέος  σχετικά ποιητής Ιάσωνας Σταυράκης.  Πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή Delirium Tremens, ποίηση περισσότερο αυτόματης γραφής, με πηγή τον παράξενο κόσμο του υποσυνείδητου. Προέκυπταν πολλές κι εύλογες επιφυλάξεις για το αισθητικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης προσπάθειας, αφού η απουσία μιας έλλογης τάξης καταφανώς απέβαινε εις βάρος της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο δυναμισμός εν τούτοις της έμπνευσης και της φαντασίας του ποιητή προοιώνιζαν καλύτερες και αρμονικότερες δημιουργίες, όπως «Το τσίρκο των στοχασμών»,2012, «Απόπειρες Υψώσεως του Ψ», 2013, και «Μηδέν γραμμάρια», 2014.


Στις νέες ποιητικές φυσιογνωμίες της σχετικά πολυάριθμης ομάδας της Πάφου, ανήκει και η Λένια Σοφοκλέους. Έχει εκδόσει δυο σχετικά ολιγοσέλιδες συλλογές ποιημάτων με χαρακτηριστικά λιτό, τρυφερό και απομυθοποιητικό εν πολλοίς στίχο. Η νοσταλγία του αυθεντικού και του γνήσιου γονιμοποιεί αισθητά την έμπνευσή της.

Η αγάπη μου είναι ψίθυρος αχνός
και τρυφερός
που η ηχώ του κατεβαίνει βαθιά
σε δροσερό πηγάδι στη μέση της ερήμου.

( από την «Κόκκινη Κλωστή» αποσπασματικό)        

Addendum
Με συνεχή παρουσία στην παραδοσιακή ποίηση, ο γιατρός Αντώνης Σωτηριάδης (1915 – 2000)         έχει στο ενεργητικό του πάνω από 10 ποιητικές συλλογές, σε μια μακρά περίοδο από το 1960 μέχρι τον θάνατό του. Τα ποιήματά του διακρίνονται από γνήσια πατριδολατρεία και βαθιά αγαπητική σχέση με τον  γενέθλιο χώρο της Πάφου. Ο στίχος του είναι στρωτός και στη ρυθμική του ροή άνετος και μελωδικός. Παραθέτω μια χαρακτηριστική στροφή από την πρώτη ποιητική συλλογή του «Πρώτοι Παλμοί», 1960:

Όποιος χειμώνα πέρασε, χωρίς να νιώσει κρύα,
τη ζέστα του καλοκαιριού και τη δροσιά δεν ξέρει
κι όποιος ποτέ δε βρέθηκε σε ξένα κι άγρια μέρη
δεν ξέρει του σπιτιού καημό, πατρίδας νοσταλγία            

                        ( από το «Πρώτοι Παλμοί»)

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 


 

Ποίηση Ανδρέα Παστελλά – από Ανδρέα Πετρίδη

Η ποιητική κατάθεση του Ανδρέα Παστελλά

 Περιδιαβάζω με άνεση την ποιητική συλλογή Χώρος διασποράς του Ανδρέα Παστελλά, και υφίσταμαι ασμένως τις αισθητικές διακυμάνσεις των ποιημάτων του, που είναι φυσικό να υπάρχουν, έστω κι αν πρόκειται εξαρχής για ένα προσωπικό και ομοιογενές ύφος γραφής. Και όμως το ενδιαφέρον της μέχρι τέλους ανάγνωσης παραμένει αμείωτο, γιατί υπάρχει διαρκώς η αίσθηση μιας ποίησης με δύο πολύ σπουδαίες αρετές: την ουσιαστικότητα και καθαρότητα του εκφραστικού της οργάνου.

Εδώ που άλλοτε αντηχούσαν οι θρήνοι του τυφλωμένου

                                                                        Οιδίποδα

και η ορχήστρα γέμιζε από την απόφαση της Αντιγόνης,

βαθειές ρυτίδες έχει ανοίξει ο καιρός στη γης

κι η θάλασσα κάτω μακρυά

κρατάει γεμάτη σιωπή

τον αντίλαλο από τον πόνο της ανθρώπινης μοίρας.

 Είναι απόσπασμα από το ποίημα «Δειλινό στο θέατρο του Κουρίου», ενδεικτικό για τη λιτή και σαν πέτρα πελεκημένη εκφραστική του. Οι λέξεις έχουν αφ’ εαυτές ένα βάρος, που τους έχει προσδώσει η σωστή καλλιτεχνική επεξεργασία. Το βάρος όμως αυτό ποτέ δεν αυτονομείται, αλλά υπάρχει μόνο σε συνάρτηση με τη γενικότερη σύλληψη και πραγμάτωση.

Κι ήρθαν απ’ το Βορρά κι απ’ το Νοτιά

απ’ την Ανατολή κι από τη Δύση

φρουροί του ονείρου άγνωστοι φίλοι.

Τούτες οι καμπάνες που χτυπούν

σκορπώντας στον αέρα κομμάτια μέταλλο

ποιους ζωντανούς ξυπνούν, ποιους πεθαμένους χαιρετά;

 Ο Ανδρέας Παστελλάς, αν και ολιγογράφος, ανήκει στους δυο-τρεις σημαντικότερους βάρδους του Κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, ενός αγώνα που τελικά δεν ευδοκίμησε όσο αναμενόταν. Ραψωδεί συγκρατημένα, αλλά με βάθος και υποβλητικότητα, τους ήρωες και τα έργα των ημερών εκείνων. Η λύρα του δεν είναι συνήθως συναισθηματική και ρητορική, αφού ελέγχει επαρκώς το υπερχείλισμα της συγκίνησής του, διοχετεύοντάς το με καλλιτεχνικό υπολογισμό σε εύστοχη ποιητική διατύπωση. Σπανιότερα φυσικά παρασύρεται κι αυτός από την αμεσότητα του εκθειαστικού ή κατακριτικού λόγου εις βάρος της υποβολής και υπαινικτικότητας.

Το ποίημα «Χώρος Διασποράς», κάπου στη μέση του βιβλίου και χωρισμένο σε τρία μικρά μέρη, διακρίνεται από καλά επεξεργασμένους στίχους, με διακριτική αναφορά στα τρέχοντα πολιτικο-ιστορικά συμβάντα. Καταθέτω ένα τέτοιο δείγμα:

Φωνές του χτες ριπίζουν τα πεσμένα φύλλα

κίτρινα τα λόγια από την επανάληψη.

Μείναμε αλήθεια τόσο λίγοι σ’ αυτή την έρημη όχθη;

Να λέμε τα ίδια και τα ίδια πράγματα,

να ζεσταίνουμε τα παγωμένα χέρια μας,

βοσκοί της μοναξιάς

πάνω σε μια θρακιά που πάει να σβήσει;

 Το τρίτο μέρος της συλλογής Χώρος Διασποράς, ποιητικολογικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού διευρύνει το θεματολογικό του φάσμα κι αναπτύσσει μια συνθετότερη γραφή. Και τούτο ως προάγγελος των κατοπινών πολύστιχων συνθέσεων του Ανδρέα Παστελλά, όπως «Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974», «Του Χρυσοσώτηρου»  και  «Τυρταίου λόγος επιμνημόσυνος». Επιλέγω από αυτόν τον κύκλο το ακόλουθο τρυφερό κομμάτι:

 Μια κοπέλλα κλαίει απόψε στο θαμπό μου τζάμι

μια λεπτή κορδέλα γύρω στο λαιμό μου,

στην καρδιά μου αφή αγάπης που δεν ήρθε.

Άστρο της αυγής, Παναγία του Γκρέκο,

με του πόνου σου το βρέφος στην αγκάλη

έξω σε μια γλάστρα πνίγεται μια κάμπια,

των ματιών σου οι κύκλοι κοίτα πώς πλαταίνουν.

 Πέρα απ’ τις βροχές αναδύονται ήλιοι

κι είναι οι κάμποι που προσμένουν παπαρούνες

ύφεση στον πόνο που κρατάω βαθιά μου.

 Μια κοπέλλα κλαίει απόψε στο θαμπό μου τζάμι

δυο θολά ποτάμια πνίγουν την καρδιά μου.

 Εκτιμώ πως είναι απ’ τους αρτιότερους στίχους του βιβλίου, ενός ποιητικού βιβλίου που δικαιολογημένα προσέχτηκε και συζητήθηκε στον καιρό του, διατηρώντας το αναγνωστικό του ενδιαφέρον μέχρι σήμερα.

Το δεύτερο και τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Ανδρέα Παστελλά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μεταθανατίως Αποσχηματισθείς,το 1995.

Θα αναφερθώ κάπως αναλυτικότερα στα επιμέρους ποιήματα, αφού πρόκειται για συλλογή για την οποία δεν μπορεί κάποιος να μιλήσει ομοιόμορφα και ισοπεδωτικά. Τα πρώτα τρία ποιήματα είναι εξαίρετες λυρικο-δραματικές συνθέσεις, με στέρεη δομή και ισορροπημένη ανάπτυξη. Η γνήσια κατασταλαγμένη συγκίνηση ρίχνει επάνω στις λέξεις και εικόνες ένα τραγικό φως, που οδηγεί τον αναγνώστη με δέος και συγκλονισμό στην ψυχική κάθαρση. «Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974» είναι ποίημα λιτού και υποβλητικού λόγου, με θαυμάσια κορυφούμενη ανέλιξη του βασικού αφηγηματικού μύθου. Που στην πραγματικότητα είναι οτιδήποτε άλλο παρά μύθος, αφού αγγίζει άμεσα τη φριχτή σύγχρονη άλωση της πατρίδας μας, κάτω από τα απαθή βλέμματα δικών και ξένων. Η τραγική εδώ persona, που συμβολίζει και το δράμα της Κύπρου, προδομένη κι εγκαταλελειμμένη από άφρονες ηγέτες του μητροπολιτικού Ελληνισμού, εμφανίζεται στο κέντρο της Αθήνας ως φιγούρα εκτός τόπου και χρόνου, γι’ αυτό και βαθιά τραγική. Ας διαβάσουμε το ποίημα ολόκληρο:

Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974

                                                                «ες δάκρυε έπεσε

                                                               το θέητρον»(Ηρόδ.)

 Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας

σαν από σκοτεινή καταπακτή

από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου

με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους

να ταξιδεύουν μαζί του,

δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι

καμωμένο από λίγα χορτάρια

πού ‘χαν μείνει στην έρημη γη.

Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα

μάτια θολά και κόκκινα απ’ τους καπνούς

τη στάχτη στα μαλλιά

απ’ τα καμένα δέντρα

πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρυνής,

χωρίς ακοή απ’ τις στριγγιές φωνές

σφαγμένων αγρινών,

με χέρια απλωμένα

αόμματος επαίτης

γωνία Σταδίου και Αιόλου

στάθηκε

μπροστά στην υποχθόνια βοή που ερχόταν

κατηφορίζοντας

σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.

 – Έλληνες αδελφοί…

η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.

 Κάποιος περνώντας δίπλα

του ‘χωσε βιαστικά στη χούφτα

ένα τάλληρο.

 Το δεύτερο εκλεκτό ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «Του Χρυσοσώτηρου». Αναφέρεται στον αγνοούμενο σύζυγο γυναίκας που οπτασιάζεται κάποτε τον άντρα της να ’ρχεται όπως σε όνειρο τα βράδια, αλλά και να χάνεται πάλι μέσα απ’ τα χέρια της ως την επόμενη φορά. Τη νύχτα όμως της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου δηλαδή, σύμφωνα με την παράδοση ανοίγουν τα επουράνια. Κι οι αγνοί στη ψυχή, σαν ξαγρυπνήσουν, θα δουν στον ουρανό «το χρυσό πλατάνι», που θα πραγματοποιήσει την όποια ευχή τους. Μια τέτοια ακριβώς νύχτα έκανε την ευχή της κι η ευσεβής σύζυγος, έτσι που ο άντρας της ως εκ θαύματος μέσα σε σύννεφο φωτός ήρθε κοντά της. Και τότε εκτυλίσσεται, με κορυφούμενη ψυχική ένταση και δραματικό ποιητικό λόγο, ένας διάλογος που μας μεταφέρει απευθείας στην καρδιά και το κλίμα της μπαλάντας «Του νεκρού αδελφού». Ώσπου το χάραμα με το πρώτο φως, η οπτασία διαλύεται κι ο αγνοούμενος Κωνσταντής γλιστρά και φεύγει με θαυμαστό τρόπο:

Ένα περήφανο άλογο μ’ άσπρα φτερά

κωπηλατώντας αργά στη μελανή άβυσσο

ανάλαφρα, είδε, να τον ανεβάζει στ’ αντικρυνό βουνό.

 Κι από τότε

πάνω στην πιο ψηλή κορφή του Πενταδάκτυλου

μέσα στο πηχτό σκοτάδι

ανάβει κάθε βράδυ

ένα μικρό φως που ολοένα μεγαλώνει

και το βλέπουν μόνο όσοι δεν έχουν μάτια.

Δεν γράφονται καθημερινά τέτοιοι στίχοι, με τόση ενοραματική δύναμη και βάθος.

Έρχομαι τώρα στην τρίτη αξιόλογη σύνθεση του Ανδρέα Παστελλά, που τιτλοφορείται «Τυρταίου λόγος επιμνημόσυνος». Αφιερώνεται στους Ελλαδίτες νέους που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της Κυπριακής ελευθερίας, με ιδιαίτερη μνεία στους καταδρομείς που έχασαν άδικα τη ζωή τους με τον γνωστό τρόπο πάνω απ’ το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Με προμετωπίδα τον γνωστό στίχο του Καβάφη «Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος», ο ποιητής εξαγνίζει, από αυτονόητο καθήκον, τους αθώους και ηρωικούς τούτους νέους από οιονδήποτε περιττό συνειρμό με τα αμαρτήματα και ελλείμματα των ταγών της εποχής εκείνης. Το ποίημα ξετυλίγεται με δραματικά κλιμακούμενη εικονοποιία, δίνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση μιας επιμνημόσυνης τελετουργίας. Η πράσινη χλόη που αγκαλιάζει τα καψαλισμένα κορμιά τους επιτείνει τον αποχωρισμό από τη ζωή σεμνά και χωρίς συναισθηματική διάχυση, παρόμοια όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις στο δημοτικό τραγούδι. Ας δούμε ένα απόσπασμα:

Δεν θα ξαναδούν ποτέ πια

τη χλόη ν’ ανηφορίζει στις πλαγιές

που σβήνεται χλωμή

προτού προλάβει να ντυθεί

το χρώμα του πράσινου.

Ξεσκλίδια τους παρασέρνει

ο άνεμος

κρεμασμένους σε πεθαμένα δέντρα

ψηλά στους βράχους της Γομαρίστρας

μπρούμυτα δαγκώνοντας

το χώμα της μάνας γης…

Ξεφεύγοντας τώρα από τις παραπάνω εξαίρετες ποιητικές συνθέσεις, για τις οποίες μίλησα με ανεπιφύλακτη αποδοχή, θα δώσω με σχετική συντομία τις απόψεις μου και για μερικά απ’ τα υπόλοιπα ποιήματα, μη παραλείποντας να εκφράσω και μερικές ενστάσεις μου.

Το «Μεταθανατίως αποσχηματισθείς», που δίνει και τον τίτλο της συλλογής, παρά την προφανή θολότητα και υπερβολή, αναπτύσσεται με νεύρο και ζωντανή, αποκαλυπτικής πνοής εικονοποιία, ενδυναμώνοντας συνειδητά την παράλογη αναντιστοιχία αιτίας και υποκριτικής αντίδρασης. Είναι ένας έμμεσος ψόγος της ευτελούς και χωρίς ηθικό έρεισμα κακοήθους συμπεριφοράς, με γελοία πρόφαση την παραβίαση του τυπικού κι επουσιώδους.

Η «Συζήτηση στρογγύλης τραπέζης ή ο μειδιών Βάτραχος» μου φαίνεται μέτριο και παρορμητικής εκτέλεσης μακρύ ποίημα, με έκδηλη την πρόθεση του ποιητή να κατακρίνει συγκεκριμένες νοοτροπίες και φαινόμενα της επικαιρότητας.

Η «Επιστολή απαγχονισθέντων νέων στη Θεά Ελευθερία» αποτελεί νοσταλγική αναπόληση της διαδρομής όλων εκείνων των εραστών του αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας, όσο κι αν όσα ακολούθησαν δεν δικαίωσαν τη θυσία τους.

Το ποίημα «Τα πάντα ροή ανέμου ή ο άρχοντας του Αννόβερου» δίνει το έναυσμα στον ποιητή να αρθρώσει ένα μεστό και φιλοσοφημένο λόγο, διαχέοντας τη συγκίνησή του στη ρευστότητα και ματαιότητα των εγκοσμίων. Παραπέμπει θεματικά, αλλά και ως γενικότερο κλίμα, στον Σεφερικό «Βασιλιά της Ασίνης».

Θα μιλήσω με θετικότερο τόνο για την «Επιστροφή στην τρυφερή χλόη», μια οδυνηρή αναπόληση του χαμένου παράδεισου της νεότητας και των παιδικών χρόνων. Η κιβωτός αυτή των πρώτων παρθενικών αναμνήσεων είναι για τον καθένα μας λυτρωτική καταφυγή, νοερή αναστήλωση μιας αρχέγονης αυθεντικότητας και  πρωτογενούς φυσικής ελευθερίας. Ας διαβάσουμε ένα απόσπασμα:

Σε μεταλλικούς ακτινοβόλους κύκλους

ξεπεταγόταν τότε ατίθαση η ήβη

απ’ τα παράθυρα κυμάτιζαν τ’ άσπρα πανιά

με το πρώτο «μήνιν άοιδε Θεά»

βογγούσαν οι σκαρμοί

στα σφιχτά τεντωμένα στους πάγκους γόνατα,

λίγο ν’ αφουγκραστείς θα τους ακούσεις.

Και το καράβι να κυλά επί «οίνοπα πόντον».

Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Ανδρέας Παστελλάς δεν είναι ποιητής της ολιγόστιχης λυρικής πινελιάς, που μεταφέρει κατά το πλείστον μονοσήμαντα βιωματικά φορτία. Όπως και στο παραπάνω σύνθεμα, δεν φωτίζεται απλώς ένα λυρικό momentum, αλλά προβάλλεται με εναλλασσόμενη ένταση η σύνθετη προβληματική ενός Οδυσσεϊκού υπαρξιακού νόστου.

Μέσα σε κλίμα έντονου φυλετικού άλγους κινείται και το δισέλιδο ποίημα «Στα ερείπια του Μπάαλμπεκ», επιβεβαιώνοντας κι αυτό δύο πράγματα: Τη δόκιμη και στιβαρή πια γραφή του Ανδρέα Παστελλά, καθώς και τη βαθιά -έστω τραυματική- ιστορική εμπειρία του. Καταθέτω ένα τελευταίο δείγμα:

«Απ’ εδώ πέρασαν…»

σηκώνοντας τις βαρειές ασπίδες τους

στις μακριές τους σάρισες ακουμπώντας.

Μήκωνες υπνοφόροι τους ξεκούρασαν,

στις ζεστές λαγόνες γυναικών

αποκοιμήθηκαν το βράδυ

αφήνοντας γλυκό αναστεναγμό

σαν τα μικρά παιδιά μέσα στον ύπνο τους, προτού

χαθούν μέσα στον κουρνιαχτό

στη σκοτεινιά του αγνώστου.

 

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΑΠΠΑ :  Η Νεράιδα στο Ποτάμι, Μυθιστόρημα, έκδ. 2015

Το σκληρό πρόσωπο τής κατά άλλα τραγουδημένης και καρπερής Θεσσαλικής πεδιάδας, το γνώρισα πρώτα από νεώτερους ποιητές της – με πικρές μνήμες από βιώματα κι ακούσματα στους τόπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Τόποι και συνθήκες φτιάχνουν, όπως ξέρουμε, τον χαρακτήρα των ανθρώπων και τη μετέπειτα ψυχοπνευματική στάση τους. Ακούστε πώς περιέγραφε τη γενέθλια γη του ο Θεσσαλός ποιητής από την Καρδίτσα, Βαγγέλης Κάσσος, εικοσαετία του 80, στην ηλικία των εικοσιέξη μόλις χρόνων:

Αν τα λόγια μου είναι τόσο πικρά
γι’ αυτό φταίει η Θεσσαλική μαυρόη
που δεν μ’ έκανε παπαρούνα
ν’ ανθίσω για μιαν άνοιξη μόνο
ανάμεσα στα στάχυα
να μη μάθω ποτέ
τί θα πει ξηρασία
και τί παγωνιά
Αν τα λόγια μου είναι τόσο πικρά
γι’ αυτό φταίει ο προπάππος μου ο κολίγος
που δε σηκώθηκε ένα βράδυ σαν άντρας
να βάλει φωτιά στη σοδειά
να τον κρεμάσει τ’ άλλο πρωϊ ο τσιφλικάς,

να μην είμαι τώρα εγώ
να έχω αντίς για ψυχή
αυτή τη στυφή πεδιάδα.

Ένα παρόμοιο στίγμα της ανθρωπογεωγραφίας του θεσσαλικού κάμπου, όχι φυσικά σε πυκνούς επιγραμματικούς στίχους όπως πιο πάνω – αλλά μέσα από μια πολύπτυχη πεζογραφική αναπαράσταση των αρχών του περασμένου αιώνα-, βλέπουμε στο εξαιρετικό μυθιστόρημα της συμπολίτισσάς μας Ειρήνης Παππά- που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ας ακούσουμε ένα χαρακτηριστικό κομμάτι από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για να μπούμε ολίγον στο κλίμα του:
Ώσπου έφτανε το μάτι, τίποτε άλλο δεν έβλεπες, παρά μόνο χωράφια ζωγραφισμένα στο μεγάλο καμβά του κάμπου, να τρίζουν στο λιοπύρι. Πού και που κανένας χημηλός λόφος και μια συστάδα δέντρων, και στο βάθος του ορίζοντα ένα κομπολόϊ από ψηλά βουνά, βαμμένα μαβιά, φάνταζαν άπιαστα σταμάτια των κολλήγων…
Οι ήχοι του κάμπου πάντα οι ίδιοι. Τα καλοκαίρια η ζέστη που έτριζε στον αέρα, τα κουδούνια των κοπαδιών, τα τζιτζίκια να ανταγωνίζονται τα βατράχια στα έλη, κι ο γκιώνης κάπου μακριά να μοιρολογάει. Τον χειμώνα ο άνεμος να λυσσομανάει πάνω απ’ τις εύθραστες στέγες, ο πάγος να σπάει κάτω από τα πόδια των χωρικών, και το αλύχτισμα των σκύλων που φύλαγαν τα κοπάδια. Για το εξασκημένο όμως αυτί των κατοίκων της περιοχής, εύκολα ξεχώριζε πάντα ο ήχος του νερού. Το ποτάμι, ένας αδάμαστος όγκος υγρού στοιχείου, που φιδογύριζε στον κάμπο κι έκανε τη γη γόνιμη και καρπερή. Χωρίς εκείνο, ο τόπος τριγύρω θα ήταν μια ξερή και άγονη ερημική έκταση. Το ποτάμι έσερνε τα νερά του νωχελικά τα καλοκαίρια, κι αγριεμένα όταν έλυωναν τα χιόνια στα βουνά.
*
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ποιοτικό και διαφορετικό από τον συρμό μυθιστόρημα, χωρίς τον εύκολο συναισθηματισμό και τη ρηχότητα, όσων συνηθίσαμε να κατακλύζουν την αναγνωστική αγορά τα τελευταία χρόνια. Η συγγραφέας του βιβλίου ζει από καιρό με την οικογένειά της στην Πάφο – έχει όμως γενέθλια καταγωγή την Καρδίτσα, στην αγκαλιά της Θεσσαλικής πεδιάδας. Είναι σημαντικό να το ξέρουμε αυτό, γιατί μπορεί να μας δώσει μια εξήγηση, πώς έγινε κατορθωτή η αυθεντική και πολυεπίπεδη αναπαράσταση μιας εποχής, που γεννά μακρινούς συνειρμούς στον καθένα μας. Βιώματα κι ακούσματα συμπλέκονται με τη δημιουργική φαντασία της μυθιστοριογράφου, η οποία ξετυλίγει γλαφυρά και με πειστικότητα το νήμα του σύνθετου ιστού μιας, φεουδαρχικών ακόμα δομών, κοινωνίας.
Η αφηγηματική γραμμή της Ειρήνης είναι άνετη κι εκφραστικά ευλύγιστη, με περιγραφές που παρεμβάλλονται κι εκτείνονται όσο πρέπει – προκειμένου να στηθεί το φόντο και το πολυποίκιλο σκηνικό της δράσης. Η πλοκή δεν είναι ποτέ παρατραβηγμένη, αλλά στο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο φυσιολογική και κατανοήσιμη. Αίτια και αιτιατά φωτίζονται πολλές φορές στην πορεία, διευκολύνοντας τον αναγνώστη στην κατανόηση του ρόλου των καταπιεστικών δομών, αλλά και του αναπόφευκτου κάποτε της ανθρώπινης μοίρας. Η αυλαία που κάθε φορά κλείνει κι ανοίγει, δεν διακρίνεται από χρονική κι επεισοδιακή γραμμικότητα, αλλά καθοδηγείται από μια πέννα περιγραφικά και αρχιτεκτονικά συνθετική κι ευκίνητη. Ετοιμάζεται έτσι, σχεδόν ανεπαίσθητα και χωρίς τυμπανοκρουσίες, η πολυπαραγοντική συσσώρευση εκρηκτικών στοιχείων, που θα οδηγήσουν κάποια στιγμή τους ήρωες στη σύγκρουση και το δράμα.
Φεύγοντας όμως από τη γενικότητα και τη στρουκτουραλιστική πλευρά του μυθιστορήματος – χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες και σεναριο-αναφορικές αποκαλύψεις – μπορούμε αδρά να πούμε δυο λόγια για το καθαυτό σκηνικό δράσης. Όλες οι εξελίξεις λαμβάνουν χώραν στην παράξενη κλιματολογικά λεκάνη του Θεσσαλικού κάμπου. Με παγωνιά- και πλημμύρες συχνά – τους χειμωνιάτικους μήνες, όπως αφόρητες ζέστες και ξηρασία κάθε που σιμώνει η συγκομιδή και το θέρος. Σ’ αυτό το φυσικό πλαίσιο κινείται μια ανθρώπινη σχεδόν ανώνυμη μάζα, στον ρόλο του υποτακτικού κολλήγου, που ξοδεύεται ψυχή τε και σώματι στην υπηρεσία των τσιφλικάδων. Η χαμοζωή εκφυλίζει κι εξαγριώνει τις ψυχές, η άχαρη και χωρίς διακυμάνσεις καθημερινότητα καλλιεργεί τη χαιρεκακία και την κακεντρέχεια ανθρώπων, που νιώθουν να βάλτωσε η ζωή και να εξέλειπε ο’τιδήποτε δημιουργικό κίνητρο. Στο χωριό Ποταμιά, επίκεντρο κι αφετηρία της μυθιστορηματικής δράσης, η συγγραφέας Ειρήνη Παππά μοιράζει με την πέννα της τους πρώτους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Προδιαγράφει τον πρώτο κύκλο βασικών χαρακτήρων, που θα προσδεθούν αλυσιδωτά στους επόμενους και μεθεπόμενους, για ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται μια απρόβλεπτα εκρηκτική προσωπική και ευρύτερα κοινωνική περιπέτεια.
Στην Ποταμιά, κεντρικός ήρωας είναι η δύσμοιρη αλλά και πανέμορφη Ανδρονίκη, το έκτο παιδί μιας πάφτωχης οικογένειας αμόρφωτων, και εν παντί προκατειλημμένων κολλήγων. Με το στανιό γίνεται δεκτή στο μίζερο σπιτικό, αφού ως κορίτσι θεωρείται ακόμα μια κατάρα στην ήδη πολύτεκνη και υπερπλήρη θηλυκών φαμίλια του κυρ Γιάννη και της κυρά Γιάνναινας…. Το πώς την πάντρεψαν με το ζόρι στα δεκατέσσερα, με ποιόν την πάντρεψαν…Πώς έζησε, πώς γέννησε τέσσερα παιδιά και πώς έγινε να χηρέψει στα εικοσιτέσσερα… Όλα τούτα, μα και πάρα πολλά άλλα με απίθανες λεπτομέρειες, ξετυλίγονται κινηματογραφικά στη μνήμη της – μια μέρα που κατέβαινε στο ποτάμι, όπου την περίμενε μια έκπληξη, που θ’ άλλαζε ριζικά τη ζωή της. Και όχι μόνο τη δική της ζωή. Θ’ αναστάτωνε με εντυπωσιακό τρόπο τη ζωή και πολλών άλλων… Από τους πιο ασήμαντους κολλήγους μέχρι αφέντες και τσιφλικάδες. Θα έφερνε τελικά μια καταραμένη ανατροπή στην ηθική και κοινωνική τάξη του πρώην αδιατάρακτου Θεσσαλικού κάμπου. Σας διαβάζω όμορφες και σημαδιακές σκηνές, που προηγήθηκαν άμεσα σημαντικών εξελίξεων που ακολούθησαν:
Πόσο θά’ θελε να βυθιστεί στο αστροφωτισμένο ποτάμι! Το νερό είχε γίνει ένα διάφανο ρούχο που την τύλιξε απαλά. Η δροσιά του την αποζημίωσε για όλες τις ώρες της κούρασης που πέρασε κάτω από τον καυτό ήλιο, πλένοντας τα ρούχα της οικογένειας. Τώρα ήταν ο δικός της χρόνος. Η ώρα που μπορούσε να τα ξεχάσει όλα και να βυθιστεί στον δικό της κόσμο. Κοίταξε για λίγο στην όχθη που είχε αφήσει τα ρούχα της, εκεί μπροστά από τα πυκνά βούρλα που προστάτευαν το σημείο εκείνο του ποταμού από τα μάτια των περαστικών. Ήταν καταμεσήμερο, οι χωριανοί στα χωράφια θα είχαν γείρει να ξεκουραστούν όπου είχε σκιά, ώσπου να πέσει η μεγάλη λάβρα. Ψυχή δε φαινόταν…κανένας ήχος…μόνο το κελάρυσμα του νερού και τα τζιτζίκια συνέχιζαν το θερινό τους άσμα, αποκοιμίζοντας τα πάντα τριγύρω…Βούτηξε το κεφάλι στο νερό. Εκείνος ο υδάτινος κόσμος, τόσο σιωπηλός και τόσο μακριά από τον έξω κόσμο, τον στεγνό και ξερό από συναισθήματα, τη μάγευε από παιδί. Βγήκε πάνω να πάρει ανάσα, και μόλις έβγαλε το κεφάλι της, τα μαλλιά της έγιναν ένας καστανός καταράκτης κι έπεσαν ολόϊσια και βρεγμένα στους ώμους της. Τα μάζεψε, τά’ στυψε με τα χέρια της και τ’ άφησε πάλι ελεύθερα. Έπαιξε για λίγο με το νερό, τό’ νιωσε να φεύγει μέσα από τα δάκτυλά της. Ο ήλιος χρύσιζε την επιφάνεια του ποταμού. Θυμήθηκε που μικρή προσπαθούσε να πιάσει το χρυσάφι και να το κρατήσει στις χούφτες της, μα εκείνο ξέφευγε και κατέληγε πάντα στο νερό. Βούτηξε ξανά. Τί όμορφα που ήταν κάτω απ’ το νερό…τί ήρεμα και σιωπηλά! Αν μπορούσε θα έμενε για πάντα εκεί…Μα τότε ανέτειλε στο νου της η εικόνα των παιδιών της. Τά’ χε βάλει για μεσημεριανό ύπνο πριν φύγει κι ο Βασιλάκης, ο μεγαλέτερος γιος, μπορούσε να τα προσέχει ώσπου να γυρίσει. Όμως όση εμπιστοσύνη και να του είχε, δεν έπρεπε να καθυστερεί…Απρόθυμα πλησίασε στην όχθη που είχε αφήσει τα μαύρα ρούχα της, μ’ αυτό που είδε εκεί την έκανε ν’ αφήσει μια μικρή κραυγή και να ξαναμπεί ως τους ώμους μέσα στο νερό.
Ένας ξανθός άντρας στεκόταν στην όχθη, δίπλα στα ρούχα της και την κοιτούσε χαμογελώντας αστραφτερά. Ήταν λαμπερός, όπως το καλοκαίρι. Ένας άνδρας διαφορετικός από κείνους που ήξερε στο χωριό της. Ο άνδρας που θα σημάδευε όλη της τη ζωή !
Συνεχίζοντας την ανάγνωση, θα διαπιστώσει κανείς ότι η στιγμή εκείνη ήταν κι η απαρχή ανατρεπτικών αλυσιδωτών εξελίξεων, με απρόβλεπτες συχνά αλλαγές ρόλων και σκηνικού. Η ζωή με τις συγκυρίες της θα έπαιζε τα δικά της παιγνίδια, όπου της Ανδρονίκης η μοιραία γοητεία θα χρεωνόταν εναλασσόμενο κάθε φορά πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μέχρι λίγο πριν το τέλος, ήμουν βέβαιος πως διάβαζα μια καλογραμμένη και πλούσια σε περιστατικά μυθιστορία, τίποτε όμως περισσότερο. Από ένα σημείο και μετά, άρχισε να με τρώει μια έγνοια: Ποιό τέλος θα δώσει η Ειρήνη Παππά σ’ αυτό το βιβλίο; Ένιωθα πως όλα παίζονταν από ‘δω και κάτω. Αν κατέληγε σε συνηθισμένο happy end, ο απαιτητικός αναγνώστης θα απογοητευόταν. Και το βιβλίο, παρά τα αφηγηματικά του χαρίσματα, θα κατέληγε στο σωρό της συναισθηματικής εκδοτικής βιομηχανίας. Αν δραματοποιούσε απότομα κι αδικαιολόγητα τις εξελίξεις, θα αφαιρούσε την πειστικότητα και αυθεντικότητα του μύθου.
Τίποτε ευτυχώς από τα παραπάνω δεν συνέβη. Το τέλος – αντάξιο των λογοτεχνικών μου προσδοκιών – ήταν βαθιά τραγικό. Μια κατάληξη αιτιολογημένη εκ των υστέρων – σπερματικά όμως ύποπτη κι από περίεργες λεπτομέρειες που προσπεράστηκαν αδιάφορα προηγουμένως … Όχι μόνο για τον αναγνώστη, αλλά και για τους πρωταγωνιστές ΤΗΣ ΝΕΡΑΪΔΑΣ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, το μυθιστόρημα κρατά σ’ όλη του υην ανάπτυξη κρυφά τα μυστικά του. Τ’ απελευθερώνει μόνο πολύ αργότερα ως συγκυριακή δήθεν ανάγκη, φωτίζοντας ανύποπτα παρελθοντικά συμβάντα – ικανά να μεταλλάξουν εντυπωσιακά χαρακτήρες και να τους οδηγήσουν στα άκρα. Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ είναι συναρπαστικό κοινωνικό μυθιστόρημα μιας εποχής, που ζήσαν οι πατεράδες και πιο πολύ οι παππούδες του καθενός μας. Η Ειρήνη Παππά κατάφερε να του προσθέσει πειστικά το δράμα και το τραγικό, συγκλονιστικό στοιχείο. Τη συγχαίρουμε από καρδιάς γι’ αυτό το επίτευγμα !

Η ποιητική περίπτωση του Γιώργου Πετούση –

Η πρώτη ποιητική του εμφάνιση το 1977,  με τη συλλογή στον “Στον ίσκιο του θανάτου”, είναι
σ’ ένα βαθμό πολυφωνική, κυριαρχούσα εντούτοις θεματολογία είναι η καταστροφή του 1974  και
ο θάνατος του αδελφού του, που τον συνδέει άμεσα κι εξακολουθητικά με το ιστορικό προηγούμενο
του Ονήσιλλου – γνωστού ήρωα της αρχαίας Κυπριακής ιστορίας. Τα αισθήματα που υπερχειλίζουν
τους στίχους είναι ο πόνος, η συντριβή αλλά και η ψυχική αντίσταση. Στις αναμφισβήτητες αρετές
του ανήκουν η γνησιότητα της συγκίνησης και το έντονο βιωματικό υπόβαθρο, στοιχεία που υποστη-
ρίζουν την πειστικότητα του λόγου του. Τα ίδια όμως αυτά στοιχεία τον οδηγούν συχνά στον ρητο-
ρισμό και την μακρυλογία, που αραιώνουν την πυκνότητα και αισθητική δραστικότητα αρκετών ποι-
ημάτων…Κάτι που παρατηρείται όχι μόνο στον Γιώργο Πετούση αλλά και σε πολλούς άλλους ποιητές
μας στην άμεση και συναισθηματική αντίδρασή τους στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα. Δίκαιο
όμως είναι ν’ αναφέρω, πως τη συλλογή εμπλουτίζουν κι ευάριθμοι τίτλοι με λιτότητα κι οικονομία
στην έκφραση, όπως οι ακόλουθοι:

α.
Θα σηκωθεί η ψυχή μας
θα σηκωθεί
πέρα απ’ τις μικρές σκηνές των κατακλυσμών
που στάζουν τη χειμωνιάτικη
ολονύχτια βροχή.

Θα σηκωθεί
πέρα απ’ τους θανατερούς ίσκιους
του μακελλάρη καλοκαιριού.

β.
Πληγωμένος Σεβαστιανός
κατεβαίνεις
μήνες τώρα στον ύπνο
την κάθε νύχτα.
Κατεβαίνεις
κι είναι το χαμόγελο
ζωγραφισμένο
στο ματωμένο ακρόχειλο.
Κι είναι η πληγή
πυορροούσα στο πλατύ στήθος.  ( απόσπασμα )

γ.
Κρατήσαμε χτες ακόμα ένα κορμί ωραίου εφήβου
θανατωμένου,
υψώσαμε χτες ακόμα ένα φέρετρο
με τα χέρια και την οργή ως τον ήλιο.
Αποθηκεύσαμε στα έγκατα της γης
ακόμα ένα κόμπο δάκρυ,
στα έγκατα της γης ακόμα μια θύμηση.

Αυτό είναι, πιστεύω, το χρέος του κριτικού, ή του καλού αναγνώστη: Να εντοπίσει τις ευτυχείς
στιγμές και τα αδύνατα σημεία ενός έργου, για να βοηθήσει τον δημιουργό να κάνει επανεκτιμήσεις
και να βαδίσει παραπέρα. Έτσι μπορώ άνετα να ισχυριστώ, ότι ο Γιώργος Πετούσης στην πρώτη του
συλλογή δείχνει μια ευσυγκίνητη κι ευαίσθητη ποιητικά διάθεση, άνκαι έχει προφανώς πολλά περι-
θώρια να πυκνώσει τον λόγο του και να μεταπλάσει επαρκέστερα το βιωματικό υλικό του. Κι ο ίδιος
εξάλλου στο τέλος ενός τρισέλιδου προλόγου, σημειώνει χαρακτηριστικά:

Δεν ξέρουμε πόση συγκίνηση θα φέρουν οι στίχοι μας.
Δεν ξέρουμε ούτε κάν αν τα καταφέραμε.
Ωστόσο είπαμε ό,τι νιώθουμε.

Τρία χρόνια αργότερα (1980) επανεμφανίζεται ο Γιώργος Πετούσης με το ποιητικό βιβλίο  “Ενόραση”.
Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το πρώτο, με σύντομα χαμηλόφωνα ποιήματα. Σε μερικά μάλιστα από
αυτά γίνεται κάποτε αισθητός ένας λυρικο-επικός βηματισμός ( ΩΔΗ ), σε άλλα πάλι κυριαρχεί μια σχεδόν
επιτύμβια επιγραμματικότητα ( ΜΝΗΣΘΗΤΙ, Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ) :

– από την ΩΔΗ –

Η χαρουπιά μ’ έθρεψε
το θρουμπί ανθισμένο
με μύρισε
η μέλισσα η τριγήτρα
γλύκανε το στόμα μου μέλι.

Η ελιά ριζωμένη στο ακρόκρεμνο
λάδωσε στο τραπέζι μου φαϊ
απ’ τα βάθη των χρόνων.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Σε λάρνακες
θα πάρουμε λευκασμένα τα οστά σας
απ’ τις πλαγιές του Πενταδάκτυλου.
Οι ξεχασμένες κυρτώσεις της Μεσαορίας
θα μας τα δώσουν.
Για τις δέουσες τιμές
η Αντιγόνη αδημονεί.

Δίνω ακόμα ένα σύντομο, λιτό και κατανυκτικό ποίημα με τον τίτλο  ΜΝΗΣΘΗΤΙ :

Οι κέδροι γονατιστοί
υπομένουν τον καημό σου,
Παναγιά Κυκκώτισσα.

Ασκητές
σε στασίδια υπομονής
σε κομποσχοίνι αγρύπνιας
δέονται ολονύχτια:
“Κύριε, ελέησον…”

Τα πιο πάνω ποιήματα ανήκουν αναμφίβολα σε ό,τι καλύτερο έγραψε ο Γιώργος Πετούσης, αλλά και
στα καλύτερα γενικά κομμάτια που γράφτηκαν πάνω σ’ αυτή την θεματολογία. Με γνώμονα πάντα το
καθαρά καλλιτεχνικό επίτευγμα. Όμως οποιητής στο σύνολο είναι ακόμα άνισος – και παρόλο το κατα-
λάγιασμα του συναισθηματικού πληθωρισμού του, ενδίδει ενίοτε στην πρόκληση του επικαιρικού, υπο-
κύπτει στον πειρασμό να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους…Φυσικά υπάρχουν τα ελαφρυντικά για την
επιλογή του να μιλήσει ανοιχτά και χωρίς μισόλογα…Αφού είναι εκ των πραγμάτων τραγικός περιπατητής
στου νησιού  “την ολόμαυρη ράχη / μελετώντας τα λαμπρά παλληκάρια” –  μεταξύ αυτών και τον αγαπη-
μένο του αδελφό, που απαρηγόρητα θρηνεί.

Το 1989 βλέπει το φως της δημοσιότητας η τρίτη συλλογή του, με τον τίτλο “ Ο αδελφός μου ο Ονήσιλλος “.
Τα ποιήματα έχουν μια ομοιογένεια στη μορφή και τη θεματολογία, αφού πρόκειται για ελεγείες πέριξ της
τραυματικής ιστορικής καμπής του 1974. Διακρίνονται για την απλότητα της τεχνικής, χωρίς ιδιαίτερη έμ-
φαση στην επεξεργασία της μορφής – αφού προτεραιότητα του ποιητή είναι η ανεπιτήδευτη απότιση
φόρου τιμής στον πεσόντα αδελφό κι η οδυνηρή συμφιλίωσή του με το γεγονός αυτού του θανάτου. Κατα-
θέτω σχετικούς στίχους:

Είχες μια πληγή στο δασύ το στήθος
κι έφυγες στην παραζάλη ενός ονείρου.
Αδερφέ, που σε ψάχνω μέσα στον χρόνο,
αδερφέ, που στις δυο μου παλάμες
κρατώ μέρα και νύχτα το γελαστό σου κεφάλι
και καταφιλώ νοερά πια
το παγωμένο νεκρό σου μέτωπο.

Απαλλαγμένοι από περιττά στολίδια είναι οι παραπάνω στίχοι. Έτσι όπως αρμόζει στην περίσταση,
σαν ένα μπουκέτο λουλούδια στην επιτάφια πλάκα ακριβού προσώπου που έφυγε τόσο νέος.

**********

Το 1995  εκδίδει ο Γιώργος Πετούσης κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς περιέργως περαιτέρω συνέχεια.
Είναι το ποιητικό βιβλίο “Επώδυνη καταβύθιση” , με επικέντρωση στη μεταφυσική και το θρησκευτικό
αίσθημα. Ο ποιητής κουρασμένος ίσως και απογοητευμένος από τον παραλογισμό και τη ματαιότητα
των εγκοσμίων, στρέφεται με τρυφερότητα και αφοσίωση σε μια λυτρωτική καταβύθιση στις πηγές της
θρησκευτικής πίστης, αναφωνώντας μ’ ευλάβεια:

ας είμαστε, Χριστέ μου, οι ποιητές
μέσα στο δάσος σου τ’ αηδόνια
μες στα πυκνά φυλλώματα,
στις κρύες πηγές.
( ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ )

Αλλού πάλι διαπιστώνει με τόνο αποκαλυπτικό το ατελέσφορον των προηγούμενων μάταιων ενασχο-
λήσεων:

Το αναγνωρίζω,
όλες τις μέρες μου
τις εκδαπάνησα
σε πλήθος αλλότρια πράγματα.
( ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ ΚΙ ΑΣΙΓΑΣΤΟ )     

Μια μεταμόρφωση έχει επισυμβεί στα άδυτα της ψυχής του ανήσυχου πριν και κραδαίνοντος
τη ρομφαία της ηθικής τάξης ποιητή. Αφού πέρασε διαμαρτυρόμενος και πενθών μέσα από τη φωτιά
του πολέμου και της καταστροφής,, περπατάει τώρα σοφός και πράος επί των υδάτων της θείας γαλήνης:

Στο Θαβώρ, ω πόσο ήθελα ν’ αγγίξω
το πρόσωπό σου. Όμως ήταν φλόγα.

Τώρα στα βαθιά μου γεράματα
στο νησί της Πάτμου ευλογείς τις μέρες μου.
( ΗΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ )

Τί αντιπροσωπεύει όμως ποιητικά μια τέτοια στροφή στην πορεία του Γιώργου Πετούση; Πιστεύω
μια απελευθέρωση από τη συνεχή, μονοδρομική ενασχόληση με τα νωπά περιστατικά μιας τραγικής
επικαιρικότητας. Σ’ αυτό το βιβλίο του ο στίχος είναι μορφικά προσεγμένος, βαθιά υπαινικτικός και
με χαμηλόφωνο υπερβατικό φτερούγισμα:

Πώς να σε κοιτάξω με γυμνό μάτι;
Δεν είμαι, Κύριε, καθαρός ως η χιών.
Δεν είμαι λευκός πια Κύριε
κι ευώδης ως το κρίνο.
Για να λευκανθώ πρέπει να πάρω
ξανά και ξανά όλους τους δρόμους.
Ν’ αφήσω δίχτυα δισταγμών
στην παραλία με τόλμη,
ν’ ανέβω ερημίτης ασκητής σε σκήτες.

Ναι, αυτός είναι αναμφισβήτητα ο καλύτερος ποιητικός εαυτός του Γιώργου Πετούση.
Και πάνω σ’ αυτές τις ράγες
καταξιώθηκε ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο. Ήταν μια ιδιό-
μορφη έξαρση, χωρίς συνέχεια κι ουσιαστική επίδραση στην περαιτέρω πορεία του. Πορεία σίγουρα
εξακολουθητικά παραγωγική, με μονάδες ποιημάτων αξιόλογες κάποτε* – χωρίς  όμως, κατά τη
γνώμη μου να φτάνουν την άρτια και ομοιογενή αισθητική των ποιημάτων της ¨Επώδυνης
καταβύθισης”.

*  Την όψιμη φάση της ποιητικής του δημιουργίας – μέχρι και σήμερα, θα δυσχεραίνει πια ο επίμονος
“ιός”  της υπέρμετρης αφηγηματικότητας, μια παρενέργεια ίσως της παράλληλης κι αυξητικά εκδηλού-
μενης πεζογραφικής του διάθεσης.