Ποίηση Διαδίκτυο Ανδρέας Πετρίδης

ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ :

< … Διαδικτυακή  Συγκομιδή >

        Έμμετρα και Άλλα Τινά …

 < ΤΟ ΣΚΙΕΡΟ ΒΑΘΟΣ >

Αχλύ στο φόντο κίτρινη- γαλαζωπή,

το «ραγισμένο ηλιόγερμα στοιχειώνει,

καθώς διαβάτης ήρεμα μονολογεί:

Την πίσω όψη των πραγμάτων προτιμώ,

το σκιερό τους και μυστήριο βάθος…

το μαύρο, πού’ ναι απίθανα σεμνό

και μόνο περιγράμματα διαγράφει,

που μοιάζουν καταφύγια των ψυχών!

 

 < ΒΑΡΥ ΜΕΛΑΝΙ >

Λίμνες- καθρέφτες είδωλα κρατάνε –

πράγματα που ποτέ δεν μένουν τα ίδια,

ούτε καν πρόσωπα όταν κοιτάνε

της επιφάνειας τ’ ακύμαντα ριπίδια…

Αλλάζουν όλα διάθεση αυγή ή δείλι,

τα βήματά τους δεν αφήνουν χνάρι.

Μονάχα οι Άγρυπνοι στο μεσονύχτι

σ’ άσπρο χαρτί και με χλωμό λυχνάρι,

καρφώνουν στίχους με βαρύ μελάνι..!

 

< ΕΜΠΥΡΕΤΟ >

Ωχρό φως επλημμύρισε γη κι ουρανό,

με γύρη γονιμοποιεί τη στείρα σκέψη –

κι όταν σε λίγο ο οίστρος θα θεριέψει,

θα στάζει πάνω στο χαρτί αίμα ζεστό…

κι εσύ που τη γραμμή τού ήλιου επήρες,

γνωρίζεις πως η αυγή δεν θ’ ανατείλει

αν δε διαβείς καρτερικός το δείλι…

 

< ΕΜΠΝΕΥΣΗ >

Η έμπνευση από μια μνήμη ξεκινά.

Τ’ ακύμαντά της τα νερά ταράζει

εικόνα-βότσαλο που έπεσε ξάφνου…

Κύκλους βλέπεις ν’ ανοίγουνε,

των βιωμάτων ο βυθός φεγγιάζει,

κι αλάργα οι λέξεις σαν πουλιά

ακόμα αόρατες κτυπούν φτερούγες.

Μη βιάζεσαι- έχεις ανάγκη τη σιωπή,

τη φλογερή διάθεση έχεις ανάγκη

οι λέξεις να καθήσουν στο χαρτί,

κάποια στιγμή σοφή κι ευλογημένη.

 

< ΑΕΝΝΑΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ >

Σαν μεθυσμένο τρωκτικό συνέχεια σκάβω

Για λίγη σκόνη- έστω αργυρή μου φτάνει…

Κρατήσου άστρο μου, κάπου κοντά τη ψαύω-

Η μνήμη ας δυναμώσει το πυρό τρυπάνι!

 

< ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ >

Του ηλιοβασιλέμματος οι τελευταίοι θεατές,

έγιναν μαύρες σκιές ωσάν μορφές του Άδη –

Με κατευόδιο βουβό πίσω γυρνούν στο βράδυ,

του κύκλου τα γυρίσματα ίδια σαν και χτες!

 

< Η ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ ΕΥΚΡΑΣΙΑ… >

Βράχοι ακτοφύλακες – σηματωροί,

σε βαθυγάλαζα πελάγη βλοσυροί…

Τα χρώματα να λεν της Εσπερίας,

δεν είναι της δικής μας ευκρασίας –

που όταν εκεί φυσομανά τ’ αγιάζει,

στον ουρανό μας Πήγασος καλπάζει…

 

< ΤΑ ΛΙΤΑ ΜΑΣ ΧΡΩΜΑΤΑ >

Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον

πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο…

Τόση αφθονία- του Βορρά καμώματα,

μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.

 

< ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ >

Ο λόγος στις καλές του ισορροπεί

σαν δάσος με πυκνά και ξάγναντα,

φορές ανοίγοντας βήμα ταχύ

και άλλες με σφιγμένο ανάσασμα –

ώσπου από μόχθο καθαρό ή τύχη

μπορεί και τούτο ξάφνου να συμβεί:

ν’ ανθίσουν απ’ τον λόγο οι στίχοι!

 

< ΔΙΠΟΛΗ ΤΑΞΗ >

Ισορροπούνε κάποτε σε θάλασσα κι αιθέρα,

με αδρανή βαρύτητα, όγκοι και σχήματα –

ελεύθερα απ’ το παχύ του χρόνου στρώμα,

ίδια ψυχή που απόβαλε βαριά της κρίματα…

και όλα τότε φαίνονται – αργά μέρα τη μέρα-

σαν νόμο αυστηρό ν’ ακολουθούν με πίστη,

μια να τραβάνε στα ψηλά και μια στο χώμα…

 

< ΦΑΝΕΡΩΣΗ >

Μές’ από σύννεφο βαρύ πλησιάζεις,

από αύρα νεφική αναδύεσαι…

Κι αν είσαι έστω μη Θεός, μα μόνο

πιότερο με φυσικό νόμο ταιριάζεις –

αφού δεν σώνεσαι, δεν εξαντλείσαι,

Η δύναμη πάνω από εμέ ας Είσαι…

 

< Η ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΜΠΟΡΕΙ …>

Η αγάπη μόνο το μπορεί

ωσάν μικρός Θεός κόσμο να πλάσει-

ένα χαμόγελο στα χείλη να κρεμάσει

της δύσκολης μεγάλης μέρας…

Και ήχους άναρχους μπορεί

αρμονικά να βάλει τάξη,

ν’ ακούονται λυτρωτικά

μές στη γαλήνη της εσπέρας…

Μπορεί, ναί, η αγάπη

μίσους και πίκρας το φαρμάκι

στα φυλλοκάρδια της να σβήσει….

Και τέλος- τέλος σμίγοντας

των κύκνων το άσπιλο λευκό τους,

από την έκταση μπορεί

να αφαιρεί του σκότους !

 

 

 

 

 

< Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ >

Οι λέξεις λεν αυτό που λένε

μ’ αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,

ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε

στης μνήμης μας την άκρη…

 

Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει

του οίστρου το έμπυρο αγκάθι –

μ’ άσπρα φτερά πάνε στα ύψη,

και με πανιά τραβούν στα βάθη…

 

 

 

 

ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΟΡΑΜΑ >

Στο πενταδάκτυλο βουνό

έκλειψη ήλιου ως να συνέβη –

και πάνω σ’ αστραπής σταυρό

σβηστός ο δίσκος του ανέβη…

 

Μά όνειρο ήτανε, αφού

της πλάσης είναι ο κανόνας:

η επικράτεια τ’ ουρανού

νάν’ του φωτός πυλώνας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΦΥΣΗ ΜΑΣ …>

Με ρίζες να τρυπούν τη γη

και κλώνους προς τα ύψη,

με δέντρα μοιάζουμε όλοι –

στην πρόθεση αειθαλείς,

μα φύσει φυλλοβόλοι …

 

 

 

 

 

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ είναι κάποτε σαν ναυαγοί,

ψυχές σκιερές μοναχικής ορφάνιας –

το φύλλωμα στον άνεμο κάνουν πανί

και πλώρη βάζουνε πλεύσης ουράνιας…

 

 

 

 

 

< ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ >

Μπάλα χρυσή απόψε το φεγγάρι

σε θαυμαστό παιγνίδι στο αχανές –

τ’ αγγίζει ανάλαφρα η θεία χάρη

και μπαίνει κίνηση στο αδρανές !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ >

Αν τύχει, ξένε, να περάσεις απ’ την Πάφο,

στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας,

ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας –

λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω…

 

 

 

 

 

< ΑΚΟΙΜΗΤΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ >

Μια κουκουβάγια μέσα μου σοφή

με δαγκωτό φτερό – όχι στην τύχη,

αντί ψηλοπετάγματα κι αντί τροφή –

ψάχνει μελάνι να γραφτούν οι στίχοι.

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΝΟΙΑ >

Όλα το βράδυ σιωπηλά

τίποτε δεν σαλεύει,

μόνο η ψυχή δειλά- δειλά

άσπρο πανί γυρεύει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ >

Ένα παιδί, μονάχα ένα παιδί

στ’ άφυλλο δέντρο σαν ανέβει-

κάνει το θαύμα όσο τραγουδεί,

σύννεφο η στέγνια να μαζεύει…

 

 

 

 

 

«ΑΓΙΩΝ» ΤΟΠΩΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ…

Άχρονη πέτρα με το τρύπιο σώμα,

πάνω σου άνθισε λευκό κυκλάμινο –

με ρίζα που άντεξε στο λίγο χώμα

στου λίβα την καυτή υψικάμινο…

 

Ω, πέτρα φαγωμένη σαν σφουγγάρι

στην υγρασία κράτησες λευκάνθη,

να μη μπορέσει ο χρόνος να τα πάρει…

Η μνήμη σου χλωρή, δεν εξηράνθη.

 

 

 

 

 

< ΕΥΛΟΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ >

Πέφτει μια πράσινη πυκνή βροχή

μέσα στο ξάγναντο εσπέριας ώρας,

σαν ευλογία σαν βάφτιση αντηχεί

κάτι σαν γεύση σπάνιας οπώρας !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ >

Ώρα φθινοπωριάτικη, βαρύθυμη ώρα,

μ’ ένα φαιό ψηφιδωτό ντύνει το σώμα.

Μα τις ψυχές ποιός θα τις ντύσει τώρα,

που σαν πουλιά δεν κούρνιασαν ακόμα!

 

 

 

 

 

 

< Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ >

Σκιρτά το έμβρυο του φωτός

στ’ αρχέγονου τη φύτρα –

κι ως ν’ αρχινάει τοκετός

στης σκοτεινιάς τη μήτρα !

 

 

 

 

 

 

< Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ >

Με το πινέλο σαν μικρός Θεός

τον κόσμο πλάθει όπως τον θέλει-

το άσπρο σύννεφο, τον ουρανό

και της στεριάς σώμα και μέλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ >

Είναι φορές που η βροχή πέφτει σαν μάννα

από τον ουρανό πολύ συνηθισμένης μέρας,

τη χούφτα απλώνεις στιγμής ευλογημένης

κι ευδαιμονείς δίχως μεγάλα να προσμένεις !

 

 

 

 

 

 

<ΑΕΤΟΥ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ…>

Με μαζεμένα τα φτερά

της μνήμης τα φτερά ραμφίζει –

σε χαμηλά ή σε ψηλά

με ορμή παραπανίσια,

ό,τι έγινε έγινε καλά,

όλα πετάγματα αετίσια!

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΓΩΝΙΑ >

Κι αυτός που ακόμα οδοιπορεί

προς το χλωμό λυκόφως,

ν’ αφήσει χνάρια αδημονεί

προτού πυκνώσει ο ζόφος !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΕΝΝΑΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ >

Λίμνες βουνών – νερά αιώνια

πυρετικό μ’ αγγίζετε μεθύσι,

ν’ αναζητώ παντού εναγώνια

ό,τι στο διάβα δεν θα σβήσει.

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΟ- ΛΥΤΡΩΣΗ >

Ξάφνου η έγκλειστη ψυχή

απλώνει στον αιθέρα χέρια,

και φεύγουν τότε όλα μαζί

μύρια πανιά σαν περιστέρια.

 

 

 

 

 

 

 

<ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ >

Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,

ένα πράσινο γαλήνης η στεριά –

και νέφη ν’ αρμενίζουν σε ραστώνη,

βέβαιο πως ζωγράφισαν παιδιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ >

Τα δέντρα κάποτε μοιάζουν σταυροί

που τους κρατά του Γολγοθά ο λόφος –

πένθιμη φαντασίωση, που συντηρεί

συννέφιασμα βαρύ μές στο λυκόφως.

 

 

 

< ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ >

Ένανθος κάμπος ξεδιπλώνει

στον ήλιο απέραντο χαλί –

με φως και κόκκινη ανεμώνη

τη θλίψη να τοξοβολεί…

 

 

 

< ΑΚΑΙΡΟΣ ΝΟΣΤΟΣ >

Του ήλιου σε μαγεύει η φυγή,

μ’ άλλος μαζί του δε θα φύγει…

Η δύση η δική σου ακόμα αργεί-

τέτοιο ταξίδι δεν επείγει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

<Ανθέων Κ ο ί μ η σ η…>

Τ’ άνθη στο σούρουπο, ιδές,

στο μαύρο έχουν παγώσει –

κέντημα αμάραντο, ευθαλές

στην κρύα νύχτια στρώση…

 

 

 

 

 

 

< ΑΙΩΝΙΟΣ ΓΥΡΙΣΜΟΣ >

Το σούρουπο σπασμένο κάδρο εικόνας,

με το λυκόφως να ψυχορραγεί –

κι ο δρόμος του ήλιου ένας πυλώνας,

που θα σαλπίσει την αυγή.

 

 

 

 

 

< ΑΣΤΡΟΣΥΡΜΗ >

Αστροσυρμή πυκνή στα ουράνια δώματα

τ’ άπειρου σύμπαντος διαπερνά τα ερέβη,

ανταύγειες ρίχνει στα χλωρά φυλλώματα –

κι η “άνω θρώσκουσα” ψυχή αυγαταίνει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΘΕΩΝ ΝΟΣΤΟΣ …>

Αφού ανθίζουν πλάι στο κύμα τάχα,

ανοίγουν πέταλα, στον άνεμο πανιά-

μα η μοίρα τους είναι αυτή μονάχα,

τις αύρες να ευωδιάζουν του νοτιά.

 

 

 

 

 

 

 

<ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Η ΚΟΙΤΙΔΑ >

Η μοναξιά είναι της Τέχνης η κοιτίδα,

κρυφή σπηλιά που μάς κρατά ερημίτες –

να στάζουν τ’ αλμυρά δάκρυα της είδα

στο άγραφο χαρτί σαν σταλακτίτες …

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΕΧΝΗΣ ΕΥΟΔΩΣΗ >

Επίχρυσος χιτών πτυχώνεται,

της κόρης ν’ αναπλάσει μέλη –

κι η Τέχνη πλέρια δικαιώνεται,

το κάλλος της σαν ανατέλλει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΟ ΤΟΛΕΔΟ του ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ >

Δεν τον αγγίζει μια τυχαία καταιγίδα,

τον νοσταλγό επισκέπτη του Τολέδο…

Τον συγκλονίζει η άλλη, του χρωστήρα-

η καταιγίδα της ματιάς του Ελ Γκρέκο.

 

 

 

 

 

 

< ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΔΡΟ >

Ανοίγει ο λόγος τα φτερά του

σε θαυμαστή αντήχηση στα ύψη,

ανάμεσα ευφρόνης και θανάτου

μια πεταλούδα αχνή, μια τύψη !

 

 

 

 

 

 

< ΔΥΣΤΟΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ >

Ψυχή που μές στη νύχτα ξαγρυπνά

και τα σκοτάδια της πέρα τα κάνει –

με χέρι αδύναμο, με δάκτυλα ρικνά,

χαράσσει στίχους με καυτό μελάνι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΗΣΗ ΠΟΙΗΤΗ …>

Τη χάρη δίνε μας, Θεέ μου, περισσή,

να φτερουγά η ψυχή πάντα καθάρια –

κι οι στίχοι ν’ ανασαίνουν στο χαρτί

γαλήνια όπως κολυμπούν τα ψάρια.

 

 

 

 

< Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ >

Λέξεις- κοτρώνια στης γραφής το ρέμα

σε κοίτες κύλισαν πριν πάρουν σχήμα,

στον ήλιο ζέσταναν το κρύο τους αίμα

κι εξαίσιο γίνηκαν της ποίησης ρήμα !

 

 

 

 

< ΜΕΤΑ- ΠΟΙΗΣΗ…>

Ό,τι έζησες διάχυτο αιωρείται

κι αν δεν γενεί ρυθμός ή χρώμα,

άμορφο δεν θα σωθεί- και μήτε

με ρίγος θα διαπερνά το σώμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΥΣΙΠΟΝΟ ΚΑΛΛΟΣ >

Η ομορφιά είναι λυσίπονη πατρίδα,

παρηγορεί- ποτέ δεν μας πληγώνει,

μέσ’ από χίλια κύματα Θεά την είδα,

ναυάγια ψυχών στο φως να ορθώνει.

 

 

 

 

 

 

< ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ >

Όλο και πιο αβέβαια διαπλέουμε νερά

και πού το πούσι σταματά μην το ρωτάμε.

” Εάλω η νήσος; “, αντηχεί σαν μαχαιριά,

μα ήταν βραχνάς- ακόμη ας ξαγρυπνάμε.

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΘΙΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΑΣΜΟΣ >

Κοίτα η ακμή, πώς συνοδεύει τη φθορά

κι ο χρόνος νόμισμα στις δυο του όψεις –

μια μαργαρίτα σπόριασε, άλλη ανθοκοπά,

όποια κι αν σε καλεί, ω, μην την κόψεις…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΘΑΝΑΣΙΑ minima …>

Αν είχε η ψυχή μας ένα μάτι,

να βλέπει κάτω από ψηλά –

θ’ άξιζε, ναί,  αυτό το κάτι,

γι’ αθανασία κάποιος να μιλά…

 

 

 

 

 

 

< ΙΘΑΚΗ >

Κάποτε ακούς να σε καλεί γενέθλια κοιτίδα,

κι ο Αργοναύτης μέσα σου θέλει ν’ αράξει –

ρίχνεις την άγκυρα λοιπόν και λες εντάξει,

τα Ελδοράδο τέρμα πια κι η μυθική Κολχίδα !

 

 

 

 

 

ΑΘΑΝΑΣΙΑ είναι της ψυχής προνόμιο,

να αισθάνεσαι την κάθε αυγή αιώνια –

να πλέκεις της ζωής σεμνό εγκώμιο

μ’ ανάσες μέσα σε βαθιά πνεμόνια !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΧΡΟΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ >

Οικεία, βαθίσκια θαλπωρή σε στρώση,

μας περιέβαλλε σαν πρώτη μήτρα-

άχρονη αίσθηση, παμπάλαιη φύτρα

πριν τα επιστρώματα και πριν τη γνώση…

 

 

 

 

 

 

 

< AΚΡΟΤΗΣ… >

Το όρνεο δεν βιάζεται ν’ αγγίξει

το πλάσμα, που ανασαίνει ακόμα…

Οσμίζεται του βίου του τη λήξη,

όπως βουλιάζει αργά στο χώμα!

(από foto Kevin Carter, Σουδάν 1993)

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ >

Κινούνται σαν σκιές στου πρωινού την πάχνη

άνθρωποι που λησμόνησαν ήχο και χρώμα –

η σκέψη τους αιχμάλωτη της μηχανής-αράχνη,

μα ευτυχώς στα όνειρα χαμογελούν ακόμα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΔΟΛΟΣ>

Υδάτων ποία κιβωτός – ποιός άνω στόλος

από κατακλυσμούς ψυχών θα μας διασώζει;

Ολίγοι μόνο θα σωθούν, οι άσημοι ουδόλως-

όχι τυχαίο, που παντού αρχαίος δόλος όζει !

 

 

 

 

 

 

< ΒΑΘΟΣ ΜΝΗΜΗΣ >

Μύρια κοχύλια συναντώ

στην αυγινή ραστώνη,

το σκήνωμά τους τ’ αδειανό

μνήμη βυθού στοιχειώνει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΙΟΣ ΔΙΑΒΑΤΙΚΟΣ >

Έβγα Κυρά, εκεί ψηλά στο παραθύρι,

τα στάχυα να εποπτεύσεις, το περβόλι –

και πές αν σού’ κανε ο χρόνος το χατήρι,

ή αν έφυγες κι εσύ σαν φεύγουμε όλοι!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΙΒΛΙΚΟ >

Χλόη φωτός λυτρωτικά σκεπάζει

το αυγινό ανάγλυφο της οικουμένης-

δεν παίζει αυλός μηδέ αμνός βελάζει,

μόνο η αχλή διάχυτη της ειμαρμένης.

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ…>

Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες

την άλλη όχθη απ’ τη θέαση μην κρύβετε,

καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες

ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται!

 

 

 

 

 

 

< ΓΝΩΡΙΜΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ >

Της αναθρήκας τ’ άγια μέρη

μνήμες κρατούν απ’ τα παλιά –

ο τόπος δείχνει πως με ξέρει,

γι’ αυτό η καρδιά αναγαλλιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ >

Δέντρο ξερό, δέντρο γυμνό εν καμίνω,

μοιάζει η ψυχή που ξέμεινε από σώμα –

κι όλας ακούω χαμηλά το θαύμα εκείνο:

ο σπόρος να σκιρτά ξανά στο χώμα !

 

 

 

 

< ΑΓΙΕΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ >

Όλα του κόσμου ταπεινά κι εμπράγματα,

με ρόδινη κάθε αυγή κι άγνωστο τέρμα.

Της Φύσης προσκυνώ τ’ άγια πετάγματα –

στην όραση, την ακοή, στ’ άλαλο δέρμα.

 

 

 

< ΓΑΛΗΝΗ >

Πάνω απ’ τα ακίνητα νερά ρεμβάζεις,

που νηνεμία ουράνια κυβερνά –

νιώθεις γαλήνη μ’ ανοιχτή καρδιά

μα με κλειστή ποτέ δεν ησυχάζεις !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΓΚΡΙΖΟ, α >

Του γκρίζου όταν με τρυπά το βάθος

σαν να μ’ αγγίζει αρχέγονη πατρίδα –

με συγκινεί το απλό, μού’ γινε πάθος

τέτοια να μεταγγίζομαι κοιτίδα !

 

 

 

 

 

 

< ΓΚΡΙΖΟ, β >

Εύκολα το γκρίζο των πραγμάτων

ρυθμίζει των ματιών την υγρασία,

τη φωνασκία ακούω των χρωμάτων

όμως βαθύτερη του γκρίζου η ουσία !

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΤΟΠΙΟ >

Στο λιόγερμα την Πάφο βρήκα

μές στην εμπύρετη στιγμή της,

το γόνυ κλίνοντας σαν ερημίτης

σε γη μ’ ασφόδελο και μ’ αναθρήκα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΟΣ ΜΟΥ >

Τα πράγματα όλα λαμπερά τού κόσμου,

τη λάμψη τους το βλέμμα σαν κρατήσει –

της θέασης, ω μοίρα, διάρκεια δός μου,

το τέλος της όσο μπορεί ν’ αργήσει !

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΠΟΛΟ >

Το φως από το μαύρο αφαιρεί

και δίνει στην καινούργια μέρα,

αντιμαχία αιώνια, πεισματερή –

Αρχή παντός και Πλατυτέρα

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ >

Το λυκαυγές ευώδης της αυγής ψαλμός

περνά στο σούρουπο σε αχνό λυκόφως,

ανάμεσά τους τής ζωής διπλός παλμός:

πότε το φως της να νικά, πότε ο ζόφος…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΚΡΙΒΟΔΙΚΑΙΗ ΣΤΑΣΗ >

Ο βίος είναι σύντομος- μόλις που επιτρέπει

να πεις το έπος σου, να δεις πια πού πατάς.

Και τ’ αγριολούλουδο να το μυρίσεις πρέπει,

το ίδιο όπως έκθαμβος σ’ ανθώνα σταματάς…

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΠΟΛΙΚΗ  ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ >

Λεπίδι της αυγής το πρώτο φως,

το νύχτιο πέπλο διαμιάς ξεσχίζει –

είναι του βίου μας νόμος κρυφός,

μια φύση αντίρροπη να μας ορίζει…

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΟΣ >

Σε βράχο αν βγεις καμμιά φορά,

κι εκεί ψηλά στο χάος σκύψεις –

το δέος σου καλά κι αν κρύψεις,

το Κάτι νιώθεις που τα πάντα ορά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΗΤΙΚΟ >

Γυμνές – διάπυρες ας είναι οι ψυχές

ωσάν βουνά που τα σκεπάζει η λάβα,

φωτοπηγές να αποστρέφονται ρηχές,

αυτές που μας θολώνουνε το διάβα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΙΛΙΝΟ ΘΑΜΒΟΣ >

Πυρομαχούν οι ουρανοί

στη φλογισμένη δύση –

κρατήσου άγρυπνη ψυχή,

λίγο το θάμβος θα κρατήσει …

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΡΟΜΟΥ ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ >

Παντός καιρού οι ψυχές μας φανοστάτες

μές στην ομίχλη της νυκτός μές στην αιθάλη,

κι εμείς γι’ αλλού, δρόμου θολού ιχνηλάτες –

η φλόγα του άγνωστου όπου μας βγάλει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ >

Ω, στέγες των βουνών, κανείς δεν ξέρει

πότε αύρες ξετυλίγετε και νόστου νήματα-

και πότε μάς εγκλείετε σ’ ανοίκεια μέρη,

όπου άηχα – χωρίς αντήχηση τα βήματα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΘΕΑΣΗ >

Παράδεισος απλά είναι κι ο τρόπος

που δέχονται τα μάτια τόσα χρώματα-

ξεφάντωμα πυκνό του πράσινου όπως

μοιράζεται σε λίμνη και σε υψώματα!

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΠΙ- ΓΕΙΩΣΗ >

Επάλληλες της ικεσίας καμπάνες

μάταια δονούν τα ουράνια δώματα…

Κάτω σιγή – ψιθυριστοί οι παιάνες,

υμνούν το γήινο ψυχές και σώματα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΓΗΙΝΟΣ… >

Κι αν είναι τόσο θαυμαστά

στον ουρανό όσα αντικρύζω,

μ’ αρκούν τα πιο χειροπιαστά-

χάδι νερού, χώμα που αγγίζω..

 

 

 

< ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ >

Του κόσμου το παράθυρο να μένει ανοιχτό,

σε χίλια τόσα  χρώματα να βόσκουνε τα μάτια-

κι αν πέσει παραπέτασμα βαρύ- πούσι πηχτό,

του ριζικού μια αστραπή ν’ ανοίγει μονοπάτια.

 

 

 

< ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ >

Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,

ένα πράσινο γαλήνης η στεριά,

και νέφη π’ αρμενίζουν σε ραστώνη –

βέβαιο πως ζωγράφισαν παιδιά !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΝΟΜΗ ΦΥΣΗ >

Στης λίμνης τ’ αδιατάραχτο ατλάζι,

βαθιά υποκλίνονται δάση και λόγγοι –

ιδές, πώς ανυψώνεται ό,τι βουλιάζει,

πώς αλαφραίνουν στα νερά οι όγκοι !

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΠΟΣ ΜΑΝΑΣ >

Με θηλυκούς ολόγυρα μνηστήρες:

τη μοναξιά, τη στέρηση, τη λύπη –

το άχθος της ζωής στο ώμο επήρες,

το παιδικό ν’ αντέξει καρδιοχτύπι.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ >

Γυμνά βουνά κρατάν το μέτωπο ψηλά,

πιο χαμηλά μια πράσινη, τραχιά ρυτίδα –

πνοή στα θάμνα υψώνεται δειλά- δειλά,

όλα ονομάζοντας παντοτινή πατρίδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΣΠΕΡΙΟΣ  ΙΛΙΓΓΟΣ >

Στροβίλισμα γαλαζωπό του αιθέρα,

πνίγει στον ίλιγγο τη γκρίζα Εσπέρα-

κι ο άξονας της γης κάνει μια πάψη,

στον ύπνο τ’ όνειρο να μη σκοντάψει.

 

 

 

 

 

 

< ΖΩΗΡΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ >

Νά’ μουνα δέντρο στην ακτή

την άλλη όχθη ν’ αγναντεύω,

κέρβερο- κύμα να υλακτεί

κι εγώ να το παλεύω.

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΑΔΡΟΜΗ… >

Ήτανε δάσος δροσερό

μές στης ψυχής τα βάθη,

ξεθώριασε με τον καιρό

μ’ ακόμα δεν εχάθη.

 

Σ’ αυτό το δάσος η ψυχή

μ’ ένα σακκί στον ώμο –

της λεν πως έχει κουραστεί,

μα έχει μπροστά της δρόμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ >

Η μηχανή του χρόνου ας ξεκινήσει,

εξώπορτας το μάνταλο να πέσει –

μαρμαρωμένο κόσμο να ξυπνήσει,

να ζωντανέψει ό,τι έμεινε στη μέση…

 

 

 

 

 

 

 

<  Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΜΕΡΑ >

Ο ήλιος κάποια σαν τις άλλες μέρα

με τη ροδόχρου δε θα επιστρέψει αυγή,

θά’ ναι μια έκλειψη- μια δοκιμή για σένα

αν με πληρότητα θα φύγεις ή κραυγή !

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΔΥΣΤΟΚΙΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ >

Σ’ άφεγγο δάσος σκοτεινό στο βάθος δες,

ηλιοβασίλεμμα πυρρό απ’ ώρας μαίνεται-

σβήνει το σήμερα στο πικραμένο χτες,

μα η γέννα του αύριο ακόμα υφαίνεται !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ >

Κάποτε πέφτει του φωτός βροχή

στα σκιερά του δάσους μονοπάτια-

να βόσκει των πλασμάτων η ψυχή,

το θαύμα να θωρεί με άλλα μάτια !

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΣΜΟΣ >

Τ’ αγριόχορτα μ’ ανθέων χείλη

βυζαίνουν του ήλιου τις θηλές,

ν’ αντέξουν πάλι όπως και χτες

ως την αυγή που θ’ ανατείλει…

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ >

Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ’ αχανή

των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία,

ο μελωδός αόρατος, ίσως εντός μας- αηδονεί

στα φυλλοκάρδια μας  μ’ αγγέλων συνοδεία!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΗΛΙΟΥ ΔΙΚΑΙΗ ΚΡΙΣΗ >

Μας παίρνει όλα τα χρώματα,

στο μαύρο να μας δοκιμάσει –

να κρίνει πριν τα ξημερώματα,

πώς θα ξαναμοιράσει…

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ ΑΝΘΙΣΜΑ >

Πώς κατορθώνουν, πώς, στη ξηρασία

λευκά να υψώνονται άνθη κι αρώματα –

στου φράκτη πλάι τη λιτή χαλκογραφία,

με όλα τα γήινα του τόπου χρώματα !

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΡΙΑΜΒΙΚΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ >

Ανθεί η κάππαρη, μια τέλεια φωταψία

μ’ ανθήρες ν’ ακτινοβολούν στα ερέβη-

γαλήνιους μάς κρατά κάτι σαν υποψία:

ότι το κάλλος ζει και βασιλεύει …

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΟΛΟ  ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ >

Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες,

την άλλη όχθη απ’ τη θέαση μην κρύβετε-

καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες

ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται.

 

 

 

< ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΦΩΤΟΣ >

Τ’ αγριόχορτα,σάν βρέφη λές,

βυζαίνουν του ήλιου τις θηλές –

ν’ αντέξουν μέχρι την αυγή,

που άφθονο φως θα ξαναβγεί !

 

 

 

< Ι ε ρ ο τ ε λ ε σ τ ί α  τ η ς  Α υ γ ή ς >

Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει

σαν μουσική σχεδόν σταματημένη,

δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει-

λιγόλεπτος σιγή στην Οικουμένη !

 

 

 

 

 

 

< ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΙ >

Πλέον δεν αντέχουμε τη στεριανή μας μοίρα,

μα όπως διαφάνηκε λακτίζουμε προς κέντρα,

αντί πυξίδα έχουμε στα χέρια μας μια λύρα –

χωρίς Ιθάκες μείναμε, ακίνητοι σαν δέντρα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΡΑΤΑ ΜΑΣ, ΘΕ ΜΟΥ…>

Κράτα μας, Θέ μου, καθαρό

το βλέμμα κάθε μέρα –

να μη φανεί μαύρο φτερό

προτού σημάνει Ε σ π έ ρα …
 

 

 

< ΚΕΝΟ >

Σχεδόν να προσεγγίσουμε άκρα γαλήνη

που ακούμε της ανάσας μας μόνο τον ήχο-

ακίνητη όμως η στιγμή τόσο έχει μείνει,

που όλα σιγούν, σαν πίνακας στον τοίχο…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΙ ΩΣ ΕΙΔΩΛΑ ΑΚΟΜΑ… >

Κι ως είδωλα να υψώνουνταν ακόμα

βουνοκορφές και δάση μές στον Άδη,

ας ήταν – θά’ χαμε σχήμα και χρώμα ,

των ομματιών μας γλυκασμό και χάδι.

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΡΥΦΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ…>

Δέντρο στο γκρίζο, δίχως χρώματα,

του χρόνου ένιωσε καυτά τα χνώτα –

κάποτε νοσταλγεί λίγα φυλλώματα,

να κρύψει μέσα τα πουλιά σαν πρώτα…

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΣ …>

Διπλοχτυπούν οι Ερινύες

βαριά φτερά-κι εμείς βουβοί,

σβήνουμε μένος και μανίες

στης τέχνης τη βαθιά πηγή…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ >

Κρουνό φωτός αίφνης ανοίγει

ο ουρανός, ξάγναντο να φωτίσει.

Ν’ αφήσουν οι ψυχές ένοχα ρίγη,

μ’ άχραντο ρούχο να τις ντύσει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΑΤΙΑ ΜΗΝ ΚΛΕΙΝΕΤΕ… >

Μάτια- παράθυρα στον κόσμο ανοιγμένα,
που τόσα χρώματα μπορείτε να μας δώσετε-

ποτέ μην κλείνετε βαριά και νυσταγμένα,

ποτέ τα βλέφαρα- ποτέ μη χαμηλώσετε.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟ >

Φεύγει μακριά με ένδυμα επίγειο,

του στρώνει η νύχτα αστρικό χαλί-

να βρει το θέλημά του καταφύγιο,

τα λόγια ν’ ακουστούν τ’ αειθαλή…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΤΑΝΙ ΜΙΑ ΕΥΧΗ >

Σε συναπάντημα κρυφό με τον Εσπερινό

και τόξο πάνω ανοιχτό την αργυρή σελήνη,

πλατάνι αν ευτύχησες να δεις στον ουρανό,

ψέλλισε μόνο μιαν ευχή κι αληθινή θα γίνει…

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΤΟ ΣΟΥΡOΥΠΟ >

Μέχρι τ’ απομεσήμερο λευκά φτερά,

πτερυγισμός φωτός μές στον αιθέρα…

Μετά στο σούρουπο ριπίζει τα νερά

πλατάγισμα βαρύ: Ζυγώνει Εσπέρα…

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑΒΑΣΗ >

Σε ζώνη εμπύρετη και διακεκαυμένη,

πανιά κατέβασε του βίου η πιρόγα –

σ’ άπνοο πέρασμα τώρα σταματημένη,

προσμένει ταπεινά να γίνει φλόγα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑΟΣ …>

Το δάσος, σαν απλώνεται  βαθιά σιγή,

μοιάζει ναός την ώρα του “άνω σχώμεν”-

ο νους αγάλλεται και η ψυχή αναρριγεί,

με ψαλμικό στα χείλη “καλώς στώμεν”…

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑ- ΖΩΗ >

Μια πεταλούδα μέσα στον ανθό

ομοιάζει με ψυχή από άλλο σώμα –

ψυχή που έζησε σ’ ανήλιαγο βυθό

και δεν χορταίνει φως και χρώμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΜΟΓΝΩΜΙΑ >

Πουλιά καθήσαν σε κορμό

με σύννεση και τάξη –

κι είπαν με κρότο και καπνό

φτερό να μην πετάξει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

<Ο ΜΕΛΩΔΟΣ, ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ>

Αρκεί το μάτι να μουσκέψει

από μια θύμηση, ένα δάκρυ –

για να μπορεί να λιτανέψει

ο μελωδός στης χλόης την άκρη !

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ… >

Τα σκοτεινά φυλλώματα είναι τρύπια αυλαία

της μέρας που ξεψύχησε στου ήλιου την αγκάλη.

Μέσα από διάκενα φωτός σε σκιερή αλέα,

το χτες δίνει στο αύριο του χρόνου τη σκυτάλη.

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΠΤΙΚΗ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ >

Μάτια, που δεν χορταίνετε τα χρώματα

δάσος κοιτώντας θαλερό και μυρωδάτο –

κι αισθήσεις άγρυπνες στα τόσα αρώματα,

καλάθι μνήμες φέρνετε, πλούσια γεμάτο !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΡΑΧΝΑΣ >

Ο ύπνος πια δεν έρχεται σαν πρώτα,

μα και του ονείρου δύσκολη η στιγμή:

στην άβυσσο να χάσκει μια αιώρα

και να πληθαίνει το βουβό γιατί …

 

 

 

 

 

 

 

< Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ >

Από ένα φύσημα του ανέμου κρέμεται

η ευτυχία που ανθεί την κάθε μέρα,

μα η γύρη θα σωθεί – κι όλας ακούεται

των μελισσών ο βόμβος στον αέρα !

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ…>

Ανθάκια- μάτια του γλυκού νερού

που ελεύθερο κρατάτε το κεφάλι,

είστε τ’ αστέρια χαμηλού ουρανού

στην παιδική μας μνήμη, τη μεγάλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΑΡΑΜΥΘΙΤΙΚΟ >

Και αν όπως τη θέλουμε δεν γίνεται

η ακριβή αυτή ζωή – το μέγα δώρο,

υπάρχει κι η περίπτωση να δίνεται

σαν παραμύθι ή ταξίδι ουρανοφόρο!

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ >

Δεν θα μας έλειπε η αθανασία,

αν είχε ο τάφος στον ήλιο άνοιγμα..!

 

 

 

 

 

 

< ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ  ΣΕΙΡΗΝΑ >

Σε Αργοναύτη ανέβηκες την πλάτη,

που “παρά θιν αλός” έχει πετρώσει –

δέρας χρυσόμαλλο σου έκλεισε το μάτι,

πέρα- όπου χάθηκαν τόσοι και τόσοι!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ >

Σε κώχη πέτρινη με καπνισμένη εικόνα

όπου χωμάτινος έφερνε δρόμος,

οικούσε ταπεινά μές στο δρυμώνα –

κι ας ήταν Άγιος ουρανοδρόμος…

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ >

Πικρό πουλί, που λίγο φως και χρώμα

να ρίξεις προσπαθείς μές στην καρδιά-

το ράμφος σου τρυπά σκοτάδι ακόμα

κι είναι η ψυχή σου μές στη συννεφιά…

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΡΜΟΝΙΑ >

Έναστρος ουρανός από ψηλά θεωρεί

τ’ άχραντο φως, που κυνηγά τα ερέβη…

Με μάτια μοιάζουν τ’ άστρα- κι απορεί,

πώς ούτε ένα τους δεν περισσεύει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΙΟ ΨΗΛΗ ΚΟΡΦΗ >

Του βίου πάτησες ψηλές κορφές

κι όμοια άγγιξες βυθό και πτώση,

μ’ αν έγινες σοφός – τώρα θα λες,

η πιο ψηλή κορφή είναι η γνώση.

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΛΗΚΤΙΚΟ…>

Όλα φαντάζουν άνευρα

κρατάν μόνο το σχήμα,

τα μέλη γίναν πληκτικά

κι ο λόγος κενό ρήμα…

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΟ >

Στης Τέχνης τον καυτό κρατήρα

είναι η ψυχή σου πτερωτός ικέτης –

στ’ άχρονο φως σού έταξε η μοίρα

και συ το φως σου να προσθέτεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΟ >

Μ’ αυτό το βλέμμα όπως μάς καρφώνεις,

όλα τα πλάσματα απηχείς, τα σμίγεις σ’ ένα –

ίδια μ’ αγρίμι πολικό ή της ευκράτου ζώνης,

που με δυο μάτια μάς κοιτά, απορημένα !

 

 

 

 

 

 

 

< ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ >

Και κατ’ ακρίβειαν το θείο βρέφος

είν’ της ψυχής η ευδία, τίποτε άλλο-

μα και το φως που κυνηγά το νέφος

και το βαρύ του σκιόφως, το μεγάλο…

 

 

 

 

 

 

< ΣΤ’ ΑΠΛΑ ΤΟ ΑΠΑΝ >

Ευδαιμονία ανθίζει εκεί όπου

με καθαρή καρδιά και πνεύμα

και τα μικρά σού κάνουν νεύμα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ >

Συμβαίνει, από μόνο του ένα δέντρο

νά’ ναι στα μέρη μας σημείο αναφοράς-

γνώριμου τόπου η καρδιά ή το κέντρο,

που σε βουρκώνει σαν το προσπερνάς.

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ζυγιάζεται- μετριέται

στου αιγιαλού τον λείο καθρέφτη,

μια πάει χάνεται και μια κρατιέται –

σαν αϊτός κτυπά φτερό, δεν πέφτει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ >

Στ’ ασκητικό σαρκίο τους, τ’ άγιο και σεπτό,

πλάσματα ταπεινά με τον σταυρό στον ώμο,

το άχθος ακουμπούν χαμαί για ένα λεπτό

και μ’ αναστεναγμό παίρνουν ξανά το δρόμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΚΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ …>

Ζωή πια πέτρωσε βαθιά στη μνήμη

γυμνή από κίνηση, γυμνή σε χρώμα…

Κι ο ήλιος άφαντος- έμφοβο αγρίμι,

όλα στο μαύρο τα κρατεί ακόμα…

 

 

 

 

 

 

< ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ… >

Μοναχικός, νά’ ναι το πνεύμα, λύκος,

σ’ ακρώρειες λογισμών ν’ ακροπατά –

της νύχτας ν’ αψηφά το μαύρο κήτος,

πυρής ανταύγειας τη σπίθα να κρατά…

 

 

 

 

 

< ΣΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ >

Όταν το φως πέφτει στα δέντρα σαν βροχή,

αυλαία μνήμης μακρινής εντός σου ανοίγει-

στου δάσους μέσα την καρδιά τότε αντηχεί

μέλος θεσπέσιας μουσικής μ’ άρρητα ρίγη !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ >

Τη μαργαρίτα η ψυχή μαδά

με μιαν ευχή στα χείλη –

να γίνει αστράκι τόσο δα

στων ουρανών την πύλη …

 

 

 

 

 

 

< ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ >

Το λοίσθιο φως με σκιές σαν ζευγαρώνει,

τα σχήματα ζωής πιο καθαρά προβάλλει :

κόρη που αντίπερα το χέρι της απλώνει-

στιγμή του τώρα, και αύριο θάν’ άλλη…

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΚΑΛΕΣΜΑ >

Του δειλινού ονειροπόλα η ώρα

στη διάπυρη εκπνοή της μέρας –

μέ την Αργώ σε ρότα ποντοπόρα,

για ένα επίχρυσο και πλάνο δέρας.

< ΤΟ ΝΥΧΤΩΜΑ Ν’ ΑΡΓΗΣΕΙ…>

Δέντρο, με μαύρο απαντά

στη φλογισμένη δύση –

κρατεί τον ήλιο στα κλαδιά

το νύχτωμα ν’ αργήσει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΡΟΧΙΑ >

Ψυχή που ουρανοδρομεί

στη γη δείχνει το χέρι –

διάττων στη διαδρομή,

μα τώρα πεφταστέρι…

 

 

 

 

 

 

< ΥΠΕΡΚΟΣΜΙO ΜΕΛΟΣ >

Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ’ αχανή

των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία,

ο μελωδός αόρατος- ίσως εντός μας αηδονεί,

στα φυλλοκάρδια μας μ’ αγγέλων συνοδεία.

 

 

 

 

 

< ΥΛΙΣΤΙΚΟ >

Τ’ ανάγλυφο του σώματος μας δέρμα

στο κοίλο τ’ ουρανού ψηλά αυγαταίνει…

Στ’ αυλάκια του μυαλού είναι το τέρμα,

το δέντρο της ψυχής εκεί ανασαίνει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΥΦΑΝΣΗ ΕΑΡΟΣ >

Της πεταλούδας τ’ άλικο φτερό

και των ανθών τ’ άσπρο σεντόνι,

ως να κεντούν υμέναιο θαλερό –

θαύμα ζωής που δεν τελειώνει!

 

 

 

 

 

 

< ΦΩΤΟΠΗΜΜΥΡΑ >

Αίφνης πλημμύρα φωτερή

στα συννεφομαζώματα –

τη μαύρη τρύπα ν’ αναιρεί

με του φωτός τα χρώματα.

 

 

 

 

 

 

< ΧΟΥΣ ΕΣΜΕΝ… >

Σώμα, που ανθείς κάθε φορά

τροχιά διαγράφοντας με χάρη,

του χρόνου έγινες πλέον βορά

και δίνεις πίσω ό,τι έχεις πάρει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΥΤΡΑ ΦΩΤΟΣ >

Στεφάνι ανοίγει ο ουρανός

στη σκοτεινιά την τόση,

να κρατηθεί φύτρα φωτός

μέχρι να ξημερώσει.

 

 

 

 

 

 

< ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΣΤΟ ΣΚΙΟΦΩΣ >

Σε νύχτας άφεγγης την μαύρη πύλη

μ’ ένα φεγγάρι που δεν λέει ν’ ανέβει,

δελφίνια σ’ άψογη χορευτική καμπύλη

στο σκιόφως προκαλούν τα ερέβη.

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΩ  ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ >

Από κορφή σ’ άλλη κορφή

στο δρόμο νύχτα – μέρα,

του λένε πίσω να στραφεί

μ’ αυτός κοιτάζει πέρα …

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΨΥΧΗ, ΟΥ ΓΗΡΑΣΚΕΙ…>

Δέντρο στα μαύρα γηρατειά

ακόμα ορέγεται ταξίδια,

μπροστά του θάλασσα πλατειά

μα τα πανιά ξεσκλίδια…

 

 

 

 

 

< ΥΠΕΡΚΟΣΜΗ ΑΥΡΑ >

Ανάμεσα σε θάλασσα και φλογερό ουρανό,

το ηλιόγερμα έχει ρίξει τη χρυσή του σκόνη.

Ορθός και άφωνος μές σε πλεούμενο σκιερό,

υπέρκοσμη αύρα ριγηλά σε περιζώνει !

 

 

 

 

< ΔΙΑΤΤΟΥΣΑ ΤΡΟΧΙΑ…>

Μακριά η θολή τ’ άστρου καμπύλη,

μακριά από μάς- μην πέσει στο κενό

κι η χίμαιρα που στο φλογάτο δείλι

μάς πλημμυρούσε με όνειρα – ενώ

 

τον κόσμο ζούσαμε μ’αναίτιο τρόμο,

ως νά’ μασταν στο πέλαγο μαδέρια,

σκισμένα απ’ τη φουρτούνα – δρόμο

γυρεύοντας σ’ αιώνια καλοκαίρια…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κτύπος βαρύς πάνω στη θύρα τώρα –

ποιός να κτυπά; M’ακόμα δεν εφάνη

τί τέλος θα συμβεί – στην ενδοχώρα

βαθύσκιωτης ψυχής με πυροφάνι

 

γυρνούμε, που το σβηούν οι ανέμοι –

κρατώντας άσβεστο σε μύχια βάθη

το λίγο φως που ριγηλά αχνοτρέμει,

ως τρέμουμε κι εμείς. Θέ μου, τί πάθη

 

στον κήπο μας φυτρώσαν ξαφνικά,

που κι όλας πέταξαν άνθινο αγκάθι –

βουλιάζοντας στην αγωνία τελικά

κόσμου, όπου η παλιά γαλήνη εχάθη.

 

 

 

———————————————————————————————————

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλα Τινά …

 

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 

α.

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

 

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

 

Και λίγο πιο πέρα

απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τα’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή –

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

 

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

-μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα-

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά-

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

 

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει…

 

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιότοπος

 

Σκληρό τοπίο αιώνιο

σε δειλινό περίβλημα φωτός,

ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα

που πρωτονόμασαν τη βροχή,

το σύννεφο, το νερό.

 

Βράδυασε. Γυρνούν στα σπίτια

μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,

τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια

τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες

και το δέρμα που δέχτηκε

το ρίγος του πρωινού

και του μεσημεριού τις βελόνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μές στο νερό

 

Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό

σαν πράσινo φύκι κι αισθάνεσαι

το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.

Μα το δειλινό το δειλινό

που οι πρώτες σκιές καλούν εις οίκον –

σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη γραμμή

κρυφοκοιτάζοντας

παράξενα θλιμμένα πίσω .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατάνυξη

 

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση-αντίθετα ίσως,

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

 

 

 

< Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ  εντέλλεται >

Τα βόδια ξάφνου σταματούν

στ’ άροτρο εμπρός απορημένα –

σπορέα δεν βλέπουνε τ’ αγρού,

μα του Θεού Σπορέα…

Κι αφήνει τ’ όργωμα ως εκεί,

νοικοκυριό ξεχνά και σπίτι –

γι’ αυτόν δεν έχει άλλη οδό,

πάρεξ την άγια σκήτη..!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένυλη εμβίωση

 

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας-

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά, σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

 

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο τώρα εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όστρακο ( η αένναη κίνηση…)

 

Ξάφνου δεν είσαι πια ευτυχής,

ξάφνου αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια,

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο…

Ώσπου τ’ αφήνεις στην πρώτη στροφή-

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακό σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα,

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπό της κάθε μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταξίδι εντός μας

 

Μοίρα μας να ταξιδεύουμε

σαν δέντρα με βαθιές ρίζες

σε υπόγεια νερά…Ίδια όπως

με το λυχνάρι μια ζωή

ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα,

σαλπάρουμε κι εμείς

σε θάλασσα άσπρο χαρτί

γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.

 

Ταξίδι – εμπύρετη έφεση

ψυχών που άλλα γυρεύουν,

έσχατη επιθυμία της φτέρνας

που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα…

Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί

κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο,

 

δέχεται η ψυχή

την περίκλειστη μοίρα της

απαλύνοντάς την

στο κύμα στον άνεμο

ρίχνοντας σπόρους,

παρόμοια όπως

δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς,

κι ο ποιητής ετοιμάζεται

για τον επόμενο στίχο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαύρο πουλί

 

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

 

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαριάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μάς ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

 

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά,

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από μια κλωστή

 

Από μια κλωστή ίσως κρέμεται

η χαρά μας κι η λύπη-

αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας

φαινομενικά αειθαλή.

 

Ανέμισμα φτερούγας κάποτε

πάνω απ’ τον ύπνο μας περνά,

ρίχνοντας ίσκιο βαρύ.

Μη σκιάζεσαι τότε μην  απελπίζεσαι

γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις

κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα

που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,

για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό

πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα

τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες

δάκρυα της Παναγίας…

 

Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται

το σχήμα των χειλιών και το χρώμα

της επόμενης μέρας,

την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα

και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών

πάνω από κάθε τέφρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλγος Εσπέρας

α.

Φωτεινή μια γραμμή

εμπρός του αχνοτρέμει,

με το ρώτημα αν είναι

κι αυτή οπτασία.

Απάντηση μόνη

το πιο ταχύ βήμα,

κι η ανάγκη που νιώθει

πιο καλά να προσέξει

τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,

τον χρόνο στα χέρια

βιαστικής κλεψύδρας.

 

Μα κάπου όταν σκύβοντας

τους ιμάντες να δέσει

-πολύ ακόμα, πολύ

ο κύκλος πριν κλείσει-

βλέπει τη σκόνη να επικάθεται

υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,

 

«όχι, ακόμα» αναφωνεί

με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη

τινάζοντας μακριά του το χώμα.

 

Είναι απόγεμα και παντού

τη γύρω γνωστή επιφάνεια

η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

Πάνω σε πέτρα κάθησες

να πάρεις ανάσα καθώς είπες.

Ω, τι παράξενη ψυχή,

δεν πρόλαβε στον ίσκιο

το κεφάλι να γείρει

και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα

μές στην αδύνατη στιγμή !

 

Τώρα μια διάθεση αόριστη

τον πρότερο μόχθο αραιώνει,

του ύπνου στρώνει την κλίνη

το πέλμα του πονεί.                                           .

Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται

στα ενδιάμεσα κάποτε

η έφεσή του σαν λυγίζει,

μια παύση άς είναι ένα ξεδίψασμα

ως το πρωϊ…                                                        .

Άς χαίρει λοιπόν κι άς ονειρεύεται

των αχναριών τη συνέχεια,

σε ό,τι κι αν τύχει, σε ό,τι συμβεί.

Τ’ αγριόχορτα κοίτα- προς το μέρος του,

δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες

γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο

σε μάταιη κίνηση φυγής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελική ευθεία

 

Ας  διαπλεύσει το κορμί

των εκβολών το δέλτα,

μες στην αγρύπνια ας κρατηθεί

προτού λυγίσει

κατά το τέρμα.

 

Με πέντε αισθήσεις στήθηκε

η καθημερινή πανδαισία-

ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή,

στα μάτια συνωστίζονται, στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρμα

τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!

Αργά – αργά περιστρέφεται

η σφαίρα της γης,

ίδια παιδικό παιγνίδι…

Κι άτακτα δεξιά ζερβά

μυρίζοντας το καθετί

ανήσυχα εντοπίζεις,

τον χρόνο να τραβά τα λουριά

στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.

 

Τώρα μπορείς να βυθιστείς

στο δάκρυ που διστάζει ακόμα,

και τη φθορά ν’ αντικρύσεις-

καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά

κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης,

κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κύπριδος Θρήνος…

α.

Γυναίκες – μορφές  ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

 

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β. ΚΗΛΙΔΑ του ΙΟΥΛΗ…
Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο Ιούλης

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ. Ναυάγιο «Κερύνεια»

 

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία-

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια –

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δ.    ΦΑΡΟΣ

Έχεις ένα μάτι νυσταγμένο

κι ένα βλέφαρο ολοένα πιο βαρύ,

ωσάν η συνήθεια να σού’ γινε δέρμα

και πιο πολύ ακόμα, ίσως ψυχή.

Τα καράβια – τα παιδιά σου σκόρπισαν

σ’ άλλες ρότες, ενηλικιώθηκαν πια

κι εσύ ακόμα τους κουνάς μαντήλι…

 

Μα πώς ν’ αλλάξει τη ζωή του τώρα

ένας φάρος ή ο,τιδήποτε άλλο,

ακολουθώντας τον ρυθμό του αιώνα!

Στέκει σαν Κύκλωπας στην Κάτω Πάφο

δήθεν κοιτάζοντας τη θάλασσα,

με τεντωμένα κρυφά τ’ αυτιά

στο άλλο τοπίο την άλλη ώρα.

Γιατί με το σούρουπο δειλά – δειλά

μες στο μισόφωτο τ’ αρχαία χαλάσματα,

στα επιστρώματα της σιωπής ανοίγεται

η πρώτη ραγισματιά.

Κι αφού η πόλη κοιμάται

η πόλη που ξοδεύεται τόσο εφήμερα,

αυτός κοιτάζει μην τον βλέπει κανένας

και κλείνει με νόημα το μάτι

στον κήρυκα και τον ιερέα –

 

και το πλήθος ξάφνου κινείται

στου αρχαίου Ωδείου την κερκίδα,

όπου παίζεται το αιώνιο δράμα

της πατρίδας ξανά και ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ε. Αντίξοη μοίρα…

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

 

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου –

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

 

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί-χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.