Ποίηση Διαδίκτυο Ανδρέας Πετρίδης

ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ :

< … Διαδικτυακή  Συγκομιδή >

        Έμμετρα και Άλλα Τινά …

 < ΤΟ ΣΚΙΕΡΟ ΒΑΘΟΣ >

Αχλύ στο φόντο κίτρινη- γαλαζωπή,

το «ραγισμένο ηλιόγερμα στοιχειώνει,

καθώς διαβάτης ήρεμα μονολογεί:

Την πίσω όψη των πραγμάτων προτιμώ,

το σκιερό τους και μυστήριο βάθος…

το μαύρο, πού’ ναι απίθανα σεμνό

και μόνο περιγράμματα διαγράφει,

που μοιάζουν καταφύγια των ψυχών!

 

 < ΒΑΡΥ ΜΕΛΑΝΙ >

Λίμνες- καθρέφτες είδωλα κρατάνε –

πράγματα που ποτέ δεν μένουν τα ίδια,

ούτε καν πρόσωπα όταν κοιτάνε

της επιφάνειας τ’ ακύμαντα ριπίδια…

Αλλάζουν όλα διάθεση αυγή ή δείλι,

τα βήματά τους δεν αφήνουν χνάρι.

Μονάχα οι Άγρυπνοι στο μεσονύχτι

σ’ άσπρο χαρτί και με χλωμό λυχνάρι,

καρφώνουν στίχους με βαρύ μελάνι..!

 

< ΕΜΠΥΡΕΤΟ >

Ωχρό φως επλημμύρισε γη κι ουρανό,

με γύρη γονιμοποιεί τη στείρα σκέψη –

κι όταν σε λίγο ο οίστρος θα θεριέψει,

θα στάζει πάνω στο χαρτί αίμα ζεστό…

κι εσύ που τη γραμμή τού ήλιου επήρες,

γνωρίζεις πως η αυγή δεν θ’ ανατείλει

αν δε διαβείς καρτερικός το δείλι…

 

< ΕΜΠΝΕΥΣΗ >

Η έμπνευση από μια μνήμη ξεκινά.

Τ’ ακύμαντά της τα νερά ταράζει

εικόνα-βότσαλο που έπεσε ξάφνου…

Κύκλους βλέπεις ν’ ανοίγουνε,

των βιωμάτων ο βυθός φεγγιάζει,

κι αλάργα οι λέξεις σαν πουλιά

ακόμα αόρατες κτυπούν φτερούγες.

Μη βιάζεσαι- έχεις ανάγκη τη σιωπή,

τη φλογερή διάθεση έχεις ανάγκη

οι λέξεις να καθήσουν στο χαρτί,

κάποια στιγμή σοφή κι ευλογημένη.

 

< ΑΕΝΝΑΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ >

Σαν μεθυσμένο τρωκτικό συνέχεια σκάβω

Για λίγη σκόνη- έστω αργυρή μου φτάνει…

Κρατήσου άστρο μου, κάπου κοντά τη ψαύω-

Η μνήμη ας δυναμώσει το πυρό τρυπάνι!

 

< ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ >

Του ηλιοβασιλέμματος οι τελευταίοι θεατές,

έγιναν μαύρες σκιές ωσάν μορφές του Άδη –

Με κατευόδιο βουβό πίσω γυρνούν στο βράδυ,

του κύκλου τα γυρίσματα ίδια σαν και χτες!

 

< Η ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ ΕΥΚΡΑΣΙΑ… >

Βράχοι ακτοφύλακες – σηματωροί,

σε βαθυγάλαζα πελάγη βλοσυροί…

Τα χρώματα να λεν της Εσπερίας,

δεν είναι της δικής μας ευκρασίας –

που όταν εκεί φυσομανά τ’ αγιάζει,

στον ουρανό μας Πήγασος καλπάζει…

 

< ΤΑ ΛΙΤΑ ΜΑΣ ΧΡΩΜΑΤΑ >

Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον

πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο…

Τόση αφθονία- του Βορρά καμώματα,

μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.

 

< ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ >

Ο λόγος στις καλές του ισορροπεί

σαν δάσος με πυκνά και ξάγναντα,

φορές ανοίγοντας βήμα ταχύ

και άλλες με σφιγμένο ανάσασμα –

ώσπου από μόχθο καθαρό ή τύχη

μπορεί και τούτο ξάφνου να συμβεί:

ν’ ανθίσουν απ’ τον λόγο οι στίχοι!

 

< ΔΙΠΟΛΗ ΤΑΞΗ >

Ισορροπούνε κάποτε σε θάλασσα κι αιθέρα,

με αδρανή βαρύτητα, όγκοι και σχήματα –

ελεύθερα απ’ το παχύ του χρόνου στρώμα,

ίδια ψυχή που απόβαλε βαριά της κρίματα…

και όλα τότε φαίνονται – αργά μέρα τη μέρα-

σαν νόμο αυστηρό ν’ ακολουθούν με πίστη,

μια να τραβάνε στα ψηλά και μια στο χώμα…

 

< ΦΑΝΕΡΩΣΗ >

Μές’ από σύννεφο βαρύ πλησιάζεις,

από αύρα νεφική αναδύεσαι…

Κι αν είσαι έστω μη Θεός, μα μόνο

πιότερο με φυσικό νόμο ταιριάζεις –

αφού δεν σώνεσαι, δεν εξαντλείσαι,

Η δύναμη πάνω από εμέ ας Είσαι…

 

< Η ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΜΠΟΡΕΙ …>

Η αγάπη μόνο το μπορεί

ωσάν μικρός Θεός κόσμο να πλάσει-

ένα χαμόγελο στα χείλη να κρεμάσει

της δύσκολης μεγάλης μέρας…

Και ήχους άναρχους μπορεί

αρμονικά να βάλει τάξη,

ν’ ακούονται λυτρωτικά

μές στη γαλήνη της εσπέρας…

Μπορεί, ναί, η αγάπη

μίσους και πίκρας το φαρμάκι

στα φυλλοκάρδια της να σβήσει….

Και τέλος- τέλος σμίγοντας

των κύκνων το άσπιλο λευκό τους,

από την έκταση μπορεί

να αφαιρεί του σκότους !

 

 

 

 

 

< Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ >

Οι λέξεις λεν αυτό που λένε

μ’ αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,

ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε

στης μνήμης μας την άκρη…

 

Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει

του οίστρου το έμπυρο αγκάθι –

μ’ άσπρα φτερά πάνε στα ύψη,

και με πανιά τραβούν στα βάθη…

 

 

 

 

ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΟΡΑΜΑ >

Στο πενταδάκτυλο βουνό

έκλειψη ήλιου ως να συνέβη –

και πάνω σ’ αστραπής σταυρό

σβηστός ο δίσκος του ανέβη…

 

Μά όνειρο ήτανε, αφού

της πλάσης είναι ο κανόνας:

η επικράτεια τ’ ουρανού

νάν’ του φωτός πυλώνας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΦΥΣΗ ΜΑΣ …>

Με ρίζες να τρυπούν τη γη

και κλώνους προς τα ύψη,

με δέντρα μοιάζουμε όλοι –

στην πρόθεση αειθαλείς,

μα φύσει φυλλοβόλοι …

 

 

 

 

 

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ είναι κάποτε σαν ναυαγοί,

ψυχές σκιερές μοναχικής ορφάνιας –

το φύλλωμα στον άνεμο κάνουν πανί

και πλώρη βάζουνε πλεύσης ουράνιας…

 

 

 

 

 

< ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ >

Μπάλα χρυσή απόψε το φεγγάρι

σε θαυμαστό παιγνίδι στο αχανές –

τ’ αγγίζει ανάλαφρα η θεία χάρη

και μπαίνει κίνηση στο αδρανές !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ >

Αν τύχει, ξένε, να περάσεις απ’ την Πάφο,

στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας,

ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας –

λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω…

 

 

 

 

 

< ΑΚΟΙΜΗΤΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ >

Μια κουκουβάγια μέσα μου σοφή

με δαγκωτό φτερό – όχι στην τύχη,

αντί ψηλοπετάγματα κι αντί τροφή –

ψάχνει μελάνι να γραφτούν οι στίχοι.

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΝΟΙΑ >

Όλα το βράδυ σιωπηλά

τίποτε δεν σαλεύει,

μόνο η ψυχή δειλά- δειλά

άσπρο πανί γυρεύει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ >

Ένα παιδί, μονάχα ένα παιδί

στ’ άφυλλο δέντρο σαν ανέβει-

κάνει το θαύμα όσο τραγουδεί,

σύννεφο η στέγνια να μαζεύει…

 

 

 

 

 

«ΑΓΙΩΝ» ΤΟΠΩΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ…

Άχρονη πέτρα με το τρύπιο σώμα,

πάνω σου άνθισε λευκό κυκλάμινο –

με ρίζα που άντεξε στο λίγο χώμα

στου λίβα την καυτή υψικάμινο…

 

Ω, πέτρα φαγωμένη σαν σφουγγάρι

στην υγρασία κράτησες λευκάνθη,

να μη μπορέσει ο χρόνος να τα πάρει…

Η μνήμη σου χλωρή, δεν εξηράνθη.

 

 

 

 

 

< ΕΥΛΟΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ >

Πέφτει μια πράσινη πυκνή βροχή

μέσα στο ξάγναντο εσπέριας ώρας,

σαν ευλογία σαν βάφτιση αντηχεί

κάτι σαν γεύση σπάνιας οπώρας !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ >

Ώρα φθινοπωριάτικη, βαρύθυμη ώρα,

μ’ ένα φαιό ψηφιδωτό ντύνει το σώμα.

Μα τις ψυχές ποιός θα τις ντύσει τώρα,

που σαν πουλιά δεν κούρνιασαν ακόμα!

 

 

 

 

 

 

< Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ >

Σκιρτά το έμβρυο του φωτός

στ’ αρχέγονου τη φύτρα –

κι ως ν’ αρχινάει τοκετός

στης σκοτεινιάς τη μήτρα !

 

 

 

 

 

 

< Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ >

Με το πινέλο σαν μικρός Θεός

τον κόσμο πλάθει όπως τον θέλει-

το άσπρο σύννεφο, τον ουρανό

και της στεριάς σώμα και μέλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ >

Είναι φορές που η βροχή πέφτει σαν μάννα

από τον ουρανό πολύ συνηθισμένης μέρας,

τη χούφτα απλώνεις στιγμής ευλογημένης

κι ευδαιμονείς δίχως μεγάλα να προσμένεις !

 

 

 

 

 

 

<ΑΕΤΟΥ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ…>

Με μαζεμένα τα φτερά

της μνήμης τα φτερά ραμφίζει –

σε χαμηλά ή σε ψηλά

με ορμή παραπανίσια,

ό,τι έγινε έγινε καλά,

όλα πετάγματα αετίσια!

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΓΩΝΙΑ >

Κι αυτός που ακόμα οδοιπορεί

προς το χλωμό λυκόφως,

ν’ αφήσει χνάρια αδημονεί

προτού πυκνώσει ο ζόφος !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΕΝΝΑΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ >

Λίμνες βουνών – νερά αιώνια

πυρετικό μ’ αγγίζετε μεθύσι,

ν’ αναζητώ παντού εναγώνια

ό,τι στο διάβα δεν θα σβήσει.

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΟ- ΛΥΤΡΩΣΗ >

Ξάφνου η έγκλειστη ψυχή

απλώνει στον αιθέρα χέρια,

και φεύγουν τότε όλα μαζί

μύρια πανιά σαν περιστέρια.

 

 

 

 

 

 

 

<ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ >

Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,

ένα πράσινο γαλήνης η στεριά –

και νέφη ν’ αρμενίζουν σε ραστώνη,

βέβαιο πως ζωγράφισαν παιδιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ >

Τα δέντρα κάποτε μοιάζουν σταυροί

που τους κρατά του Γολγοθά ο λόφος –

πένθιμη φαντασίωση, που συντηρεί

συννέφιασμα βαρύ μές στο λυκόφως.

 

 

 

< ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ >

Ένανθος κάμπος ξεδιπλώνει

στον ήλιο απέραντο χαλί –

με φως και κόκκινη ανεμώνη

τη θλίψη να τοξοβολεί…

 

 

 

< ΑΚΑΙΡΟΣ ΝΟΣΤΟΣ >

Του ήλιου σε μαγεύει η φυγή,

μ’ άλλος μαζί του δε θα φύγει…

Η δύση η δική σου ακόμα αργεί-

τέτοιο ταξίδι δεν επείγει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

<Ανθέων Κ ο ί μ η σ η…>

Τ’ άνθη στο σούρουπο, ιδές,

στο μαύρο έχουν παγώσει –

κέντημα αμάραντο, ευθαλές

στην κρύα νύχτια στρώση…

 

 

 

 

 

 

< ΑΙΩΝΙΟΣ ΓΥΡΙΣΜΟΣ >

Το σούρουπο σπασμένο κάδρο εικόνας,

με το λυκόφως να ψυχορραγεί –

κι ο δρόμος του ήλιου ένας πυλώνας,

που θα σαλπίσει την αυγή.

 

 

 

 

 

< ΑΣΤΡΟΣΥΡΜΗ >

Αστροσυρμή πυκνή στα ουράνια δώματα

τ’ άπειρου σύμπαντος διαπερνά τα ερέβη,

ανταύγειες ρίχνει στα χλωρά φυλλώματα –

κι η “άνω θρώσκουσα” ψυχή αυγαταίνει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΘΕΩΝ ΝΟΣΤΟΣ …>

Αφού ανθίζουν πλάι στο κύμα τάχα,

ανοίγουν πέταλα, στον άνεμο πανιά-

μα η μοίρα τους είναι αυτή μονάχα,

τις αύρες να ευωδιάζουν του νοτιά.

 

 

 

 

 

 

 

<ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Η ΚΟΙΤΙΔΑ >

Η μοναξιά είναι της Τέχνης η κοιτίδα,

κρυφή σπηλιά που μάς κρατά ερημίτες –

να στάζουν τ’ αλμυρά δάκρυα της είδα

στο άγραφο χαρτί σαν σταλακτίτες …

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΕΧΝΗΣ ΕΥΟΔΩΣΗ >

Επίχρυσος χιτών πτυχώνεται,

της κόρης ν’ αναπλάσει μέλη –

κι η Τέχνη πλέρια δικαιώνεται,

το κάλλος της σαν ανατέλλει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΟ ΤΟΛΕΔΟ του ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ >

Δεν τον αγγίζει μια τυχαία καταιγίδα,

τον νοσταλγό επισκέπτη του Τολέδο…

Τον συγκλονίζει η άλλη, του χρωστήρα-

η καταιγίδα της ματιάς του Ελ Γκρέκο.

 

 

 

 

 

 

< ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΔΡΟ >

Ανοίγει ο λόγος τα φτερά του

σε θαυμαστή αντήχηση στα ύψη,

ανάμεσα ευφρόνης και θανάτου

μια πεταλούδα αχνή, μια τύψη !

 

 

 

 

 

 

< ΔΥΣΤΟΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ >

Ψυχή που μές στη νύχτα ξαγρυπνά

και τα σκοτάδια της πέρα τα κάνει –

με χέρι αδύναμο, με δάκτυλα ρικνά,

χαράσσει στίχους με καυτό μελάνι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΗΣΗ ΠΟΙΗΤΗ …>

Τη χάρη δίνε μας, Θεέ μου, περισσή,

να φτερουγά η ψυχή πάντα καθάρια –

κι οι στίχοι ν’ ανασαίνουν στο χαρτί

γαλήνια όπως κολυμπούν τα ψάρια.

 

 

 

 

< Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ >

Λέξεις- κοτρώνια στης γραφής το ρέμα

σε κοίτες κύλισαν πριν πάρουν σχήμα,

στον ήλιο ζέσταναν το κρύο τους αίμα

κι εξαίσιο γίνηκαν της ποίησης ρήμα !

 

 

 

 

< ΜΕΤΑ- ΠΟΙΗΣΗ…>

Ό,τι έζησες διάχυτο αιωρείται

κι αν δεν γενεί ρυθμός ή χρώμα,

άμορφο δεν θα σωθεί- και μήτε

με ρίγος θα διαπερνά το σώμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΥΣΙΠΟΝΟ ΚΑΛΛΟΣ >

Η ομορφιά είναι λυσίπονη πατρίδα,

παρηγορεί- ποτέ δεν μας πληγώνει,

μέσ’ από χίλια κύματα Θεά την είδα,

ναυάγια ψυχών στο φως να ορθώνει.

 

 

 

 

 

 

< ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ >

Όλο και πιο αβέβαια διαπλέουμε νερά

και πού το πούσι σταματά μην το ρωτάμε.

” Εάλω η νήσος; “, αντηχεί σαν μαχαιριά,

μα ήταν βραχνάς- ακόμη ας ξαγρυπνάμε.

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΘΙΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΑΣΜΟΣ >

Κοίτα η ακμή, πώς συνοδεύει τη φθορά

κι ο χρόνος νόμισμα στις δυο του όψεις –

μια μαργαρίτα σπόριασε, άλλη ανθοκοπά,

όποια κι αν σε καλεί, ω, μην την κόψεις…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΘΑΝΑΣΙΑ minima …>

Αν είχε η ψυχή μας ένα μάτι,

να βλέπει κάτω από ψηλά –

θ’ άξιζε, ναί,  αυτό το κάτι,

γι’ αθανασία κάποιος να μιλά…

 

 

 

 

 

 

< ΙΘΑΚΗ >

Κάποτε ακούς να σε καλεί γενέθλια κοιτίδα,

κι ο Αργοναύτης μέσα σου θέλει ν’ αράξει –

ρίχνεις την άγκυρα λοιπόν και λες εντάξει,

τα Ελδοράδο τέρμα πια κι η μυθική Κολχίδα !

 

 

 

 

 

ΑΘΑΝΑΣΙΑ είναι της ψυχής προνόμιο,

να αισθάνεσαι την κάθε αυγή αιώνια –

να πλέκεις της ζωής σεμνό εγκώμιο

μ’ ανάσες μέσα σε βαθιά πνεμόνια !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΧΡΟΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ >

Οικεία, βαθίσκια θαλπωρή σε στρώση,

μας περιέβαλλε σαν πρώτη μήτρα-

άχρονη αίσθηση, παμπάλαιη φύτρα

πριν τα επιστρώματα και πριν τη γνώση…

 

 

 

 

 

 

 

< AΚΡΟΤΗΣ… >

Το όρνεο δεν βιάζεται ν’ αγγίξει

το πλάσμα, που ανασαίνει ακόμα…

Οσμίζεται του βίου του τη λήξη,

όπως βουλιάζει αργά στο χώμα!

(από foto Kevin Carter, Σουδάν 1993)

 

 

 

 

 

 

< ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ >

Κινούνται σαν σκιές στου πρωινού την πάχνη

άνθρωποι που λησμόνησαν ήχο και χρώμα –

η σκέψη τους αιχμάλωτη της μηχανής-αράχνη,

μα ευτυχώς στα όνειρα χαμογελούν ακόμα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΔΟΛΟΣ>

Υδάτων ποία κιβωτός – ποιός άνω στόλος

από κατακλυσμούς ψυχών θα μας διασώζει;

Ολίγοι μόνο θα σωθούν, οι άσημοι ουδόλως-

όχι τυχαίο, που παντού αρχαίος δόλος όζει !

 

 

 

 

 

 

< ΒΑΘΟΣ ΜΝΗΜΗΣ >

Μύρια κοχύλια συναντώ

στην αυγινή ραστώνη,

το σκήνωμά τους τ’ αδειανό

μνήμη βυθού στοιχειώνει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΙΟΣ ΔΙΑΒΑΤΙΚΟΣ >

Έβγα Κυρά, εκεί ψηλά στο παραθύρι,

τα στάχυα να εποπτεύσεις, το περβόλι –

και πές αν σού’ κανε ο χρόνος το χατήρι,

ή αν έφυγες κι εσύ σαν φεύγουμε όλοι!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΙΒΛΙΚΟ >

Χλόη φωτός λυτρωτικά σκεπάζει

το αυγινό ανάγλυφο της οικουμένης-

δεν παίζει αυλός μηδέ αμνός βελάζει,

μόνο η αχλή διάχυτη της ειμαρμένης.

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ…>

Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες

την άλλη όχθη απ’ τη θέαση μην κρύβετε,

καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες

ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται!

 

 

 

 

 

 

< ΓΝΩΡΙΜΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ >

Της αναθρήκας τ’ άγια μέρη

μνήμες κρατούν απ’ τα παλιά –

ο τόπος δείχνει πως με ξέρει,

γι’ αυτό η καρδιά αναγαλλιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ >

Δέντρο ξερό, δέντρο γυμνό εν καμίνω,

μοιάζει η ψυχή που ξέμεινε από σώμα –

κι όλας ακούω χαμηλά το θαύμα εκείνο:

ο σπόρος να σκιρτά ξανά στο χώμα !

 

 

 

 

< ΑΓΙΕΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ >

Όλα του κόσμου ταπεινά κι εμπράγματα,

με ρόδινη κάθε αυγή κι άγνωστο τέρμα.

Της Φύσης προσκυνώ τ’ άγια πετάγματα –

στην όραση, την ακοή, στ’ άλαλο δέρμα.

 

 

 

< ΓΑΛΗΝΗ >

Πάνω απ’ τα ακίνητα νερά ρεμβάζεις,

που νηνεμία ουράνια κυβερνά –

νιώθεις γαλήνη μ’ ανοιχτή καρδιά

μα με κλειστή ποτέ δεν ησυχάζεις !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΓΚΡΙΖΟ, α >

Του γκρίζου όταν με τρυπά το βάθος

σαν να μ’ αγγίζει αρχέγονη πατρίδα –

με συγκινεί το απλό, μού’ γινε πάθος

τέτοια να μεταγγίζομαι κοιτίδα !

 

 

 

 

 

 

< ΓΚΡΙΖΟ, β >

Εύκολα το γκρίζο των πραγμάτων

ρυθμίζει των ματιών την υγρασία,

τη φωνασκία ακούω των χρωμάτων

όμως βαθύτερη του γκρίζου η ουσία !

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΤΟΠΙΟ >

Στο λιόγερμα την Πάφο βρήκα

μές στην εμπύρετη στιγμή της,

το γόνυ κλίνοντας σαν ερημίτης

σε γη μ’ ασφόδελο και μ’ αναθρήκα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΟΣ ΜΟΥ >

Τα πράγματα όλα λαμπερά τού κόσμου,

τη λάμψη τους το βλέμμα σαν κρατήσει –

της θέασης, ω μοίρα, διάρκεια δός μου,

το τέλος της όσο μπορεί ν’ αργήσει !

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΠΟΛΟ >

Το φως από το μαύρο αφαιρεί

και δίνει στην καινούργια μέρα,

αντιμαχία αιώνια, πεισματερή –

Αρχή παντός και Πλατυτέρα

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ >

Το λυκαυγές ευώδης της αυγής ψαλμός

περνά στο σούρουπο σε αχνό λυκόφως,

ανάμεσά τους τής ζωής διπλός παλμός:

πότε το φως της να νικά, πότε ο ζόφος…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΑΚΡΙΒΟΔΙΚΑΙΗ ΣΤΑΣΗ >

Ο βίος είναι σύντομος- μόλις που επιτρέπει

να πεις το έπος σου, να δεις πια πού πατάς.

Και τ’ αγριολούλουδο να το μυρίσεις πρέπει,

το ίδιο όπως έκθαμβος σ’ ανθώνα σταματάς…

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΙΠΟΛΙΚΗ  ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ >

Λεπίδι της αυγής το πρώτο φως,

το νύχτιο πέπλο διαμιάς ξεσχίζει –

είναι του βίου μας νόμος κρυφός,

μια φύση αντίρροπη να μας ορίζει…

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΟΣ >

Σε βράχο αν βγεις καμμιά φορά,

κι εκεί ψηλά στο χάος σκύψεις –

το δέος σου καλά κι αν κρύψεις,

το Κάτι νιώθεις που τα πάντα ορά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΗΤΙΚΟ >

Γυμνές – διάπυρες ας είναι οι ψυχές

ωσάν βουνά που τα σκεπάζει η λάβα,

φωτοπηγές να αποστρέφονται ρηχές,

αυτές που μας θολώνουνε το διάβα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΕΙΛΙΝΟ ΘΑΜΒΟΣ >

Πυρομαχούν οι ουρανοί

στη φλογισμένη δύση –

κρατήσου άγρυπνη ψυχή,

λίγο το θάμβος θα κρατήσει …

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΡΟΜΟΥ ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ >

Παντός καιρού οι ψυχές μας φανοστάτες

μές στην ομίχλη της νυκτός μές στην αιθάλη,

κι εμείς γι’ αλλού, δρόμου θολού ιχνηλάτες –

η φλόγα του άγνωστου όπου μας βγάλει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ >

Ω, στέγες των βουνών, κανείς δεν ξέρει

πότε αύρες ξετυλίγετε και νόστου νήματα-

και πότε μάς εγκλείετε σ’ ανοίκεια μέρη,

όπου άηχα – χωρίς αντήχηση τα βήματα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΘΕΑΣΗ >

Παράδεισος απλά είναι κι ο τρόπος

που δέχονται τα μάτια τόσα χρώματα-

ξεφάντωμα πυκνό του πράσινου όπως

μοιράζεται σε λίμνη και σε υψώματα!

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΠΙ- ΓΕΙΩΣΗ >

Επάλληλες της ικεσίας καμπάνες

μάταια δονούν τα ουράνια δώματα…

Κάτω σιγή – ψιθυριστοί οι παιάνες,

υμνούν το γήινο ψυχές και σώματα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΓΗΙΝΟΣ… >

Κι αν είναι τόσο θαυμαστά

στον ουρανό όσα αντικρύζω,

μ’ αρκούν τα πιο χειροπιαστά-

χάδι νερού, χώμα που αγγίζω..

 

 

 

< ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ >

Του κόσμου το παράθυρο να μένει ανοιχτό,

σε χίλια τόσα  χρώματα να βόσκουνε τα μάτια-

κι αν πέσει παραπέτασμα βαρύ- πούσι πηχτό,

του ριζικού μια αστραπή ν’ ανοίγει μονοπάτια.

 

 

 

< ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ >

Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,

ένα πράσινο γαλήνης η στεριά,

και νέφη π’ αρμενίζουν σε ραστώνη –

βέβαιο πως ζωγράφισαν παιδιά !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΝΟΜΗ ΦΥΣΗ >

Στης λίμνης τ’ αδιατάραχτο ατλάζι,

βαθιά υποκλίνονται δάση και λόγγοι –

ιδές, πώς ανυψώνεται ό,τι βουλιάζει,

πώς αλαφραίνουν στα νερά οι όγκοι !

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΠΟΣ ΜΑΝΑΣ >

Με θηλυκούς ολόγυρα μνηστήρες:

τη μοναξιά, τη στέρηση, τη λύπη –

το άχθος της ζωής στο ώμο επήρες,

το παιδικό ν’ αντέξει καρδιοχτύπι.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ >

Γυμνά βουνά κρατάν το μέτωπο ψηλά,

πιο χαμηλά μια πράσινη, τραχιά ρυτίδα –

πνοή στα θάμνα υψώνεται δειλά- δειλά,

όλα ονομάζοντας παντοτινή πατρίδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΕΣΠΕΡΙΟΣ  ΙΛΙΓΓΟΣ >

Στροβίλισμα γαλαζωπό του αιθέρα,

πνίγει στον ίλιγγο τη γκρίζα Εσπέρα-

κι ο άξονας της γης κάνει μια πάψη,

στον ύπνο τ’ όνειρο να μη σκοντάψει.

 

 

 

 

 

 

< ΖΩΗΡΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ >

Νά’ μουνα δέντρο στην ακτή

την άλλη όχθη ν’ αγναντεύω,

κέρβερο- κύμα να υλακτεί

κι εγώ να το παλεύω.

 

 

 

 

 

 

< ΑΝΑΔΡΟΜΗ… >

Ήτανε δάσος δροσερό

μές στης ψυχής τα βάθη,

ξεθώριασε με τον καιρό

μ’ ακόμα δεν εχάθη.

 

Σ’ αυτό το δάσος η ψυχή

μ’ ένα σακκί στον ώμο –

της λεν πως έχει κουραστεί,

μα έχει μπροστά της δρόμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ >

Η μηχανή του χρόνου ας ξεκινήσει,

εξώπορτας το μάνταλο να πέσει –

μαρμαρωμένο κόσμο να ξυπνήσει,

να ζωντανέψει ό,τι έμεινε στη μέση…

 

 

 

 

 

 

 

<  Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΜΕΡΑ >

Ο ήλιος κάποια σαν τις άλλες μέρα

με τη ροδόχρου δε θα επιστρέψει αυγή,

θά’ ναι μια έκλειψη- μια δοκιμή για σένα

αν με πληρότητα θα φύγεις ή κραυγή !

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΔΥΣΤΟΚΙΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ >

Σ’ άφεγγο δάσος σκοτεινό στο βάθος δες,

ηλιοβασίλεμμα πυρρό απ’ ώρας μαίνεται-

σβήνει το σήμερα στο πικραμένο χτες,

μα η γέννα του αύριο ακόμα υφαίνεται !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ >

Κάποτε πέφτει του φωτός βροχή

στα σκιερά του δάσους μονοπάτια-

να βόσκει των πλασμάτων η ψυχή,

το θαύμα να θωρεί με άλλα μάτια !

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΣΜΟΣ >

Τ’ αγριόχορτα μ’ ανθέων χείλη

βυζαίνουν του ήλιου τις θηλές,

ν’ αντέξουν πάλι όπως και χτες

ως την αυγή που θ’ ανατείλει…

 

 

 

 

 

 

 

< Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ >

Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ’ αχανή

των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία,

ο μελωδός αόρατος, ίσως εντός μας- αηδονεί

στα φυλλοκάρδια μας  μ’ αγγέλων συνοδεία!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΗΛΙΟΥ ΔΙΚΑΙΗ ΚΡΙΣΗ >

Μας παίρνει όλα τα χρώματα,

στο μαύρο να μας δοκιμάσει –

να κρίνει πριν τα ξημερώματα,

πώς θα ξαναμοιράσει…

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ ΑΝΘΙΣΜΑ >

Πώς κατορθώνουν, πώς, στη ξηρασία

λευκά να υψώνονται άνθη κι αρώματα –

στου φράκτη πλάι τη λιτή χαλκογραφία,

με όλα τα γήινα του τόπου χρώματα !

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΡΙΑΜΒΙΚΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ >

Ανθεί η κάππαρη, μια τέλεια φωταψία

μ’ ανθήρες ν’ ακτινοβολούν στα ερέβη-

γαλήνιους μάς κρατά κάτι σαν υποψία:

ότι το κάλλος ζει και βασιλεύει …

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΘΟΛΟ  ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ >

Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες,

την άλλη όχθη απ’ τη θέαση μην κρύβετε-

καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες

ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται.

 

 

 

< ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΦΩΤΟΣ >

Τ’ αγριόχορτα,σάν βρέφη λές,

βυζαίνουν του ήλιου τις θηλές –

ν’ αντέξουν μέχρι την αυγή,

που άφθονο φως θα ξαναβγεί !

 

 

 

< Ι ε ρ ο τ ε λ ε σ τ ί α  τ η ς  Α υ γ ή ς >

Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει

σαν μουσική σχεδόν σταματημένη,

δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει-

λιγόλεπτος σιγή στην Οικουμένη !

 

 

 

 

 

 

< ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΙ >

Πλέον δεν αντέχουμε τη στεριανή μας μοίρα,

μα όπως διαφάνηκε λακτίζουμε προς κέντρα,

αντί πυξίδα έχουμε στα χέρια μας μια λύρα –

χωρίς Ιθάκες μείναμε, ακίνητοι σαν δέντρα.

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΡΑΤΑ ΜΑΣ, ΘΕ ΜΟΥ…>

Κράτα μας, Θέ μου, καθαρό

το βλέμμα κάθε μέρα –

να μη φανεί μαύρο φτερό

προτού σημάνει Ε σ π έ ρα …
 

 

 

< ΚΕΝΟ >

Σχεδόν να προσεγγίσουμε άκρα γαλήνη

που ακούμε της ανάσας μας μόνο τον ήχο-

ακίνητη όμως η στιγμή τόσο έχει μείνει,

που όλα σιγούν, σαν πίνακας στον τοίχο…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΙ ΩΣ ΕΙΔΩΛΑ ΑΚΟΜΑ… >

Κι ως είδωλα να υψώνουνταν ακόμα

βουνοκορφές και δάση μές στον Άδη,

ας ήταν – θά’ χαμε σχήμα και χρώμα ,

των ομματιών μας γλυκασμό και χάδι.

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΡΥΦΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ…>

Δέντρο στο γκρίζο, δίχως χρώματα,

του χρόνου ένιωσε καυτά τα χνώτα –

κάποτε νοσταλγεί λίγα φυλλώματα,

να κρύψει μέσα τα πουλιά σαν πρώτα…

 

 

 

 

 

 

 

< ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΣ …>

Διπλοχτυπούν οι Ερινύες

βαριά φτερά-κι εμείς βουβοί,

σβήνουμε μένος και μανίες

στης τέχνης τη βαθιά πηγή…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ >

Κρουνό φωτός αίφνης ανοίγει

ο ουρανός, ξάγναντο να φωτίσει.

Ν’ αφήσουν οι ψυχές ένοχα ρίγη,

μ’ άχραντο ρούχο να τις ντύσει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΑΤΙΑ ΜΗΝ ΚΛΕΙΝΕΤΕ… >

Μάτια- παράθυρα στον κόσμο ανοιγμένα,
που τόσα χρώματα μπορείτε να μας δώσετε-

ποτέ μην κλείνετε βαριά και νυσταγμένα,

ποτέ τα βλέφαρα- ποτέ μη χαμηλώσετε.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟ >

Φεύγει μακριά με ένδυμα επίγειο,

του στρώνει η νύχτα αστρικό χαλί-

να βρει το θέλημά του καταφύγιο,

τα λόγια ν’ ακουστούν τ’ αειθαλή…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΤΑΝΙ ΜΙΑ ΕΥΧΗ >

Σε συναπάντημα κρυφό με τον Εσπερινό

και τόξο πάνω ανοιχτό την αργυρή σελήνη,

πλατάνι αν ευτύχησες να δεις στον ουρανό,

ψέλλισε μόνο μιαν ευχή κι αληθινή θα γίνει…

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΤΟ ΣΟΥΡOΥΠΟ >

Μέχρι τ’ απομεσήμερο λευκά φτερά,

πτερυγισμός φωτός μές στον αιθέρα…

Μετά στο σούρουπο ριπίζει τα νερά

πλατάγισμα βαρύ: Ζυγώνει Εσπέρα…

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑΒΑΣΗ >

Σε ζώνη εμπύρετη και διακεκαυμένη,

πανιά κατέβασε του βίου η πιρόγα –

σ’ άπνοο πέρασμα τώρα σταματημένη,

προσμένει ταπεινά να γίνει φλόγα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑΟΣ …>

Το δάσος, σαν απλώνεται  βαθιά σιγή,

μοιάζει ναός την ώρα του “άνω σχώμεν”-

ο νους αγάλλεται και η ψυχή αναρριγεί,

με ψαλμικό στα χείλη “καλώς στώμεν”…

 

 

 

 

 

 

 

< ΜΕΤΑ- ΖΩΗ >

Μια πεταλούδα μέσα στον ανθό

ομοιάζει με ψυχή από άλλο σώμα –

ψυχή που έζησε σ’ ανήλιαγο βυθό

και δεν χορταίνει φως και χρώμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΜΟΓΝΩΜΙΑ >

Πουλιά καθήσαν σε κορμό

με σύννεση και τάξη –

κι είπαν με κρότο και καπνό

φτερό να μην πετάξει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

<Ο ΜΕΛΩΔΟΣ, ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ>

Αρκεί το μάτι να μουσκέψει

από μια θύμηση, ένα δάκρυ –

για να μπορεί να λιτανέψει

ο μελωδός στης χλόης την άκρη !

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ… >

Τα σκοτεινά φυλλώματα είναι τρύπια αυλαία

της μέρας που ξεψύχησε στου ήλιου την αγκάλη.

Μέσα από διάκενα φωτός σε σκιερή αλέα,

το χτες δίνει στο αύριο του χρόνου τη σκυτάλη.

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΠΤΙΚΗ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ >

Μάτια, που δεν χορταίνετε τα χρώματα

δάσος κοιτώντας θαλερό και μυρωδάτο –

κι αισθήσεις άγρυπνες στα τόσα αρώματα,

καλάθι μνήμες φέρνετε, πλούσια γεμάτο !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΒΡΑΧΝΑΣ >

Ο ύπνος πια δεν έρχεται σαν πρώτα,

μα και του ονείρου δύσκολη η στιγμή:

στην άβυσσο να χάσκει μια αιώρα

και να πληθαίνει το βουβό γιατί …

 

 

 

 

 

 

 

< Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ >

Από ένα φύσημα του ανέμου κρέμεται

η ευτυχία που ανθεί την κάθε μέρα,

μα η γύρη θα σωθεί – κι όλας ακούεται

των μελισσών ο βόμβος στον αέρα !

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ…>

Ανθάκια- μάτια του γλυκού νερού

που ελεύθερο κρατάτε το κεφάλι,

είστε τ’ αστέρια χαμηλού ουρανού

στην παιδική μας μνήμη, τη μεγάλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΑΡΑΜΥΘΙΤΙΚΟ >

Και αν όπως τη θέλουμε δεν γίνεται

η ακριβή αυτή ζωή – το μέγα δώρο,

υπάρχει κι η περίπτωση να δίνεται

σαν παραμύθι ή ταξίδι ουρανοφόρο!

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ >

Δεν θα μας έλειπε η αθανασία,

αν είχε ο τάφος στον ήλιο άνοιγμα..!

 

 

 

 

 

 

< ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ  ΣΕΙΡΗΝΑ >

Σε Αργοναύτη ανέβηκες την πλάτη,

που “παρά θιν αλός” έχει πετρώσει –

δέρας χρυσόμαλλο σου έκλεισε το μάτι,

πέρα- όπου χάθηκαν τόσοι και τόσοι!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ >

Σε κώχη πέτρινη με καπνισμένη εικόνα

όπου χωμάτινος έφερνε δρόμος,

οικούσε ταπεινά μές στο δρυμώνα –

κι ας ήταν Άγιος ουρανοδρόμος…

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ >

Πικρό πουλί, που λίγο φως και χρώμα

να ρίξεις προσπαθείς μές στην καρδιά-

το ράμφος σου τρυπά σκοτάδι ακόμα

κι είναι η ψυχή σου μές στη συννεφιά…

 

 

 

 

 

 

 

< ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΡΜΟΝΙΑ >

Έναστρος ουρανός από ψηλά θεωρεί

τ’ άχραντο φως, που κυνηγά τα ερέβη…

Με μάτια μοιάζουν τ’ άστρα- κι απορεί,

πώς ούτε ένα τους δεν περισσεύει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΙΟ ΨΗΛΗ ΚΟΡΦΗ >

Του βίου πάτησες ψηλές κορφές

κι όμοια άγγιξες βυθό και πτώση,

μ’ αν έγινες σοφός – τώρα θα λες,

η πιο ψηλή κορφή είναι η γνώση.

 

 

 

 

 

 

 

< ΠΛΗΚΤΙΚΟ…>

Όλα φαντάζουν άνευρα

κρατάν μόνο το σχήμα,

τα μέλη γίναν πληκτικά

κι ο λόγος κενό ρήμα…

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΟ >

Στης Τέχνης τον καυτό κρατήρα

είναι η ψυχή σου πτερωτός ικέτης –

στ’ άχρονο φως σού έταξε η μοίρα

και συ το φως σου να προσθέτεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΟ >

Μ’ αυτό το βλέμμα όπως μάς καρφώνεις,

όλα τα πλάσματα απηχείς, τα σμίγεις σ’ ένα –

ίδια μ’ αγρίμι πολικό ή της ευκράτου ζώνης,

που με δυο μάτια μάς κοιτά, απορημένα !

 

 

 

 

 

 

 

< ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ >

Και κατ’ ακρίβειαν το θείο βρέφος

είν’ της ψυχής η ευδία, τίποτε άλλο-

μα και το φως που κυνηγά το νέφος

και το βαρύ του σκιόφως, το μεγάλο…

 

 

 

 

 

 

< ΣΤ’ ΑΠΛΑ ΤΟ ΑΠΑΝ >

Ευδαιμονία ανθίζει εκεί όπου

με καθαρή καρδιά και πνεύμα

και τα μικρά σού κάνουν νεύμα…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ >

Συμβαίνει, από μόνο του ένα δέντρο

νά’ ναι στα μέρη μας σημείο αναφοράς-

γνώριμου τόπου η καρδιά ή το κέντρο,

που σε βουρκώνει σαν το προσπερνάς.

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ζυγιάζεται- μετριέται

στου αιγιαλού τον λείο καθρέφτη,

μια πάει χάνεται και μια κρατιέται –

σαν αϊτός κτυπά φτερό, δεν πέφτει.

 

 

 

 

 

 

 

< ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ >

Στ’ ασκητικό σαρκίο τους, τ’ άγιο και σεπτό,

πλάσματα ταπεινά με τον σταυρό στον ώμο,

το άχθος ακουμπούν χαμαί για ένα λεπτό

και μ’ αναστεναγμό παίρνουν ξανά το δρόμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΣΚΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ …>

Ζωή πια πέτρωσε βαθιά στη μνήμη

γυμνή από κίνηση, γυμνή σε χρώμα…

Κι ο ήλιος άφαντος- έμφοβο αγρίμι,

όλα στο μαύρο τα κρατεί ακόμα…

 

 

 

 

 

 

< ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ… >

Μοναχικός, νά’ ναι το πνεύμα, λύκος,

σ’ ακρώρειες λογισμών ν’ ακροπατά –

της νύχτας ν’ αψηφά το μαύρο κήτος,

πυρής ανταύγειας τη σπίθα να κρατά…

 

 

 

 

 

< ΣΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ >

Όταν το φως πέφτει στα δέντρα σαν βροχή,

αυλαία μνήμης μακρινής εντός σου ανοίγει-

στου δάσους μέσα την καρδιά τότε αντηχεί

μέλος θεσπέσιας μουσικής μ’ άρρητα ρίγη !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ >

Τη μαργαρίτα η ψυχή μαδά

με μιαν ευχή στα χείλη –

να γίνει αστράκι τόσο δα

στων ουρανών την πύλη …

 

 

 

 

 

 

< ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ >

Το λοίσθιο φως με σκιές σαν ζευγαρώνει,

τα σχήματα ζωής πιο καθαρά προβάλλει :

κόρη που αντίπερα το χέρι της απλώνει-

στιγμή του τώρα, και αύριο θάν’ άλλη…

 

 

 

 

 

 

< ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΚΑΛΕΣΜΑ >

Του δειλινού ονειροπόλα η ώρα

στη διάπυρη εκπνοή της μέρας –

μέ την Αργώ σε ρότα ποντοπόρα,

για ένα επίχρυσο και πλάνο δέρας.

< ΤΟ ΝΥΧΤΩΜΑ Ν’ ΑΡΓΗΣΕΙ…>

Δέντρο, με μαύρο απαντά

στη φλογισμένη δύση –

κρατεί τον ήλιο στα κλαδιά

το νύχτωμα ν’ αργήσει !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΤΡΟΧΙΑ >

Ψυχή που ουρανοδρομεί

στη γη δείχνει το χέρι –

διάττων στη διαδρομή,

μα τώρα πεφταστέρι…

 

 

 

 

 

 

< ΥΠΕΡΚΟΣΜΙO ΜΕΛΟΣ >

Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ’ αχανή

των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία,

ο μελωδός αόρατος- ίσως εντός μας αηδονεί,

στα φυλλοκάρδια μας μ’ αγγέλων συνοδεία.

 

 

 

 

 

< ΥΛΙΣΤΙΚΟ >

Τ’ ανάγλυφο του σώματος μας δέρμα

στο κοίλο τ’ ουρανού ψηλά αυγαταίνει…

Στ’ αυλάκια του μυαλού είναι το τέρμα,

το δέντρο της ψυχής εκεί ανασαίνει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΥΦΑΝΣΗ ΕΑΡΟΣ >

Της πεταλούδας τ’ άλικο φτερό

και των ανθών τ’ άσπρο σεντόνι,

ως να κεντούν υμέναιο θαλερό –

θαύμα ζωής που δεν τελειώνει!

 

 

 

 

 

 

< ΦΩΤΟΠΗΜΜΥΡΑ >

Αίφνης πλημμύρα φωτερή

στα συννεφομαζώματα –

τη μαύρη τρύπα ν’ αναιρεί

με του φωτός τα χρώματα.

 

 

 

 

 

 

< ΧΟΥΣ ΕΣΜΕΝ… >

Σώμα, που ανθείς κάθε φορά

τροχιά διαγράφοντας με χάρη,

του χρόνου έγινες πλέον βορά

και δίνεις πίσω ό,τι έχεις πάρει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΦΥΤΡΑ ΦΩΤΟΣ >

Στεφάνι ανοίγει ο ουρανός

στη σκοτεινιά την τόση,

να κρατηθεί φύτρα φωτός

μέχρι να ξημερώσει.

 

 

 

 

 

 

< ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΣΤΟ ΣΚΙΟΦΩΣ >

Σε νύχτας άφεγγης την μαύρη πύλη

μ’ ένα φεγγάρι που δεν λέει ν’ ανέβει,

δελφίνια σ’ άψογη χορευτική καμπύλη

στο σκιόφως προκαλούν τα ερέβη.

 

 

 

 

 

 

< ΠΡΟΣΩ  ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ >

Από κορφή σ’ άλλη κορφή

στο δρόμο νύχτα – μέρα,

του λένε πίσω να στραφεί

μ’ αυτός κοιτάζει πέρα …

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

< ΨΥΧΗ, ΟΥ ΓΗΡΑΣΚΕΙ…>

Δέντρο στα μαύρα γηρατειά

ακόμα ορέγεται ταξίδια,

μπροστά του θάλασσα πλατειά

μα τα πανιά ξεσκλίδια…

 

 

 

 

 

< ΥΠΕΡΚΟΣΜΗ ΑΥΡΑ >

Ανάμεσα σε θάλασσα και φλογερό ουρανό,

το ηλιόγερμα έχει ρίξει τη χρυσή του σκόνη.

Ορθός και άφωνος μές σε πλεούμενο σκιερό,

υπέρκοσμη αύρα ριγηλά σε περιζώνει !

 

 

 

 

< ΔΙΑΤΤΟΥΣΑ ΤΡΟΧΙΑ…>

Μακριά η θολή τ’ άστρου καμπύλη,

μακριά από μάς- μην πέσει στο κενό

κι η χίμαιρα που στο φλογάτο δείλι

μάς πλημμυρούσε με όνειρα – ενώ

 

τον κόσμο ζούσαμε μ’αναίτιο τρόμο,

ως νά’ μασταν στο πέλαγο μαδέρια,

σκισμένα απ’ τη φουρτούνα – δρόμο

γυρεύοντας σ’ αιώνια καλοκαίρια…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κτύπος βαρύς πάνω στη θύρα τώρα –

ποιός να κτυπά; M’ακόμα δεν εφάνη

τί τέλος θα συμβεί – στην ενδοχώρα

βαθύσκιωτης ψυχής με πυροφάνι

 

γυρνούμε, που το σβηούν οι ανέμοι –

κρατώντας άσβεστο σε μύχια βάθη

το λίγο φως που ριγηλά αχνοτρέμει,

ως τρέμουμε κι εμείς. Θέ μου, τί πάθη

 

στον κήπο μας φυτρώσαν ξαφνικά,

που κι όλας πέταξαν άνθινο αγκάθι –

βουλιάζοντας στην αγωνία τελικά

κόσμου, όπου η παλιά γαλήνη εχάθη.

 

 

 

———————————————————————————————————

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλα Τινά …

 

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 

α.

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

 

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

 

Και λίγο πιο πέρα

απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τα’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή –

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

 

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

-μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα-

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά-

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

 

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει…

 

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιότοπος

 

Σκληρό τοπίο αιώνιο

σε δειλινό περίβλημα φωτός,

ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα

που πρωτονόμασαν τη βροχή,

το σύννεφο, το νερό.

 

Βράδυασε. Γυρνούν στα σπίτια

μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,

τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια

τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες

και το δέρμα που δέχτηκε

το ρίγος του πρωινού

και του μεσημεριού τις βελόνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μές στο νερό

 

Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό

σαν πράσινo φύκι κι αισθάνεσαι

το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.

Μα το δειλινό το δειλινό

που οι πρώτες σκιές καλούν εις οίκον –

σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη γραμμή

κρυφοκοιτάζοντας

παράξενα θλιμμένα πίσω .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατάνυξη

 

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση-αντίθετα ίσως,

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

 

 

 

< Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ  εντέλλεται >

Τα βόδια ξάφνου σταματούν

στ’ άροτρο εμπρός απορημένα –

σπορέα δεν βλέπουνε τ’ αγρού,

μα του Θεού Σπορέα…

Κι αφήνει τ’ όργωμα ως εκεί,

νοικοκυριό ξεχνά και σπίτι –

γι’ αυτόν δεν έχει άλλη οδό,

πάρεξ την άγια σκήτη..!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένυλη εμβίωση

 

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας-

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά, σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

 

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο τώρα εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όστρακο ( η αένναη κίνηση…)

 

Ξάφνου δεν είσαι πια ευτυχής,

ξάφνου αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια,

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο…

Ώσπου τ’ αφήνεις στην πρώτη στροφή-

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακό σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα,

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπό της κάθε μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταξίδι εντός μας

 

Μοίρα μας να ταξιδεύουμε

σαν δέντρα με βαθιές ρίζες

σε υπόγεια νερά…Ίδια όπως

με το λυχνάρι μια ζωή

ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα,

σαλπάρουμε κι εμείς

σε θάλασσα άσπρο χαρτί

γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.

 

Ταξίδι – εμπύρετη έφεση

ψυχών που άλλα γυρεύουν,

έσχατη επιθυμία της φτέρνας

που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα…

Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί

κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο,

 

δέχεται η ψυχή

την περίκλειστη μοίρα της

απαλύνοντάς την

στο κύμα στον άνεμο

ρίχνοντας σπόρους,

παρόμοια όπως

δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς,

κι ο ποιητής ετοιμάζεται

για τον επόμενο στίχο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαύρο πουλί

 

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

 

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαριάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μάς ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

 

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά,

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από μια κλωστή

 

Από μια κλωστή ίσως κρέμεται

η χαρά μας κι η λύπη-

αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας

φαινομενικά αειθαλή.

 

Ανέμισμα φτερούγας κάποτε

πάνω απ’ τον ύπνο μας περνά,

ρίχνοντας ίσκιο βαρύ.

Μη σκιάζεσαι τότε μην  απελπίζεσαι

γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις

κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα

που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,

για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό

πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα

τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες

δάκρυα της Παναγίας…

 

Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται

το σχήμα των χειλιών και το χρώμα

της επόμενης μέρας,

την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα

και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών

πάνω από κάθε τέφρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλγος Εσπέρας

α.

Φωτεινή μια γραμμή

εμπρός του αχνοτρέμει,

με το ρώτημα αν είναι

κι αυτή οπτασία.

Απάντηση μόνη

το πιο ταχύ βήμα,

κι η ανάγκη που νιώθει

πιο καλά να προσέξει

τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,

τον χρόνο στα χέρια

βιαστικής κλεψύδρας.

 

Μα κάπου όταν σκύβοντας

τους ιμάντες να δέσει

-πολύ ακόμα, πολύ

ο κύκλος πριν κλείσει-

βλέπει τη σκόνη να επικάθεται

υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,

 

«όχι, ακόμα» αναφωνεί

με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη

τινάζοντας μακριά του το χώμα.

 

Είναι απόγεμα και παντού

τη γύρω γνωστή επιφάνεια

η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

Πάνω σε πέτρα κάθησες

να πάρεις ανάσα καθώς είπες.

Ω, τι παράξενη ψυχή,

δεν πρόλαβε στον ίσκιο

το κεφάλι να γείρει

και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα

μές στην αδύνατη στιγμή !

 

Τώρα μια διάθεση αόριστη

τον πρότερο μόχθο αραιώνει,

του ύπνου στρώνει την κλίνη

το πέλμα του πονεί.                                           .

Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται

στα ενδιάμεσα κάποτε

η έφεσή του σαν λυγίζει,

μια παύση άς είναι ένα ξεδίψασμα

ως το πρωϊ…                                                        .

Άς χαίρει λοιπόν κι άς ονειρεύεται

των αχναριών τη συνέχεια,

σε ό,τι κι αν τύχει, σε ό,τι συμβεί.

Τ’ αγριόχορτα κοίτα- προς το μέρος του,

δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες

γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο

σε μάταιη κίνηση φυγής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελική ευθεία

 

Ας  διαπλεύσει το κορμί

των εκβολών το δέλτα,

μες στην αγρύπνια ας κρατηθεί

προτού λυγίσει

κατά το τέρμα.

 

Με πέντε αισθήσεις στήθηκε

η καθημερινή πανδαισία-

ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή,

στα μάτια συνωστίζονται, στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρμα

τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!

Αργά – αργά περιστρέφεται

η σφαίρα της γης,

ίδια παιδικό παιγνίδι…

Κι άτακτα δεξιά ζερβά

μυρίζοντας το καθετί

ανήσυχα εντοπίζεις,

τον χρόνο να τραβά τα λουριά

στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.

 

Τώρα μπορείς να βυθιστείς

στο δάκρυ που διστάζει ακόμα,

και τη φθορά ν’ αντικρύσεις-

καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά

κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης,

κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κύπριδος Θρήνος…

α.

Γυναίκες – μορφές  ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

 

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β. ΚΗΛΙΔΑ του ΙΟΥΛΗ…
Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο Ιούλης

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ. Ναυάγιο «Κερύνεια»

 

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία-

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια –

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δ.    ΦΑΡΟΣ

Έχεις ένα μάτι νυσταγμένο

κι ένα βλέφαρο ολοένα πιο βαρύ,

ωσάν η συνήθεια να σού’ γινε δέρμα

και πιο πολύ ακόμα, ίσως ψυχή.

Τα καράβια – τα παιδιά σου σκόρπισαν

σ’ άλλες ρότες, ενηλικιώθηκαν πια

κι εσύ ακόμα τους κουνάς μαντήλι…

 

Μα πώς ν’ αλλάξει τη ζωή του τώρα

ένας φάρος ή ο,τιδήποτε άλλο,

ακολουθώντας τον ρυθμό του αιώνα!

Στέκει σαν Κύκλωπας στην Κάτω Πάφο

δήθεν κοιτάζοντας τη θάλασσα,

με τεντωμένα κρυφά τ’ αυτιά

στο άλλο τοπίο την άλλη ώρα.

Γιατί με το σούρουπο δειλά – δειλά

μες στο μισόφωτο τ’ αρχαία χαλάσματα,

στα επιστρώματα της σιωπής ανοίγεται

η πρώτη ραγισματιά.

Κι αφού η πόλη κοιμάται

η πόλη που ξοδεύεται τόσο εφήμερα,

αυτός κοιτάζει μην τον βλέπει κανένας

και κλείνει με νόημα το μάτι

στον κήρυκα και τον ιερέα –

 

και το πλήθος ξάφνου κινείται

στου αρχαίου Ωδείου την κερκίδα,

όπου παίζεται το αιώνιο δράμα

της πατρίδας ξανά και ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ε. Αντίξοη μοίρα…

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

 

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου –

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

 

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί-χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, στα στέφανα της κόρης του- Άντης Κανάκης, ο γάμος

 

ΗΣΣΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

-Κριτική συνανάγνωση χωρίς προκατάληψη-

Κριτική συνανάγνωση χωρίς προκατάληψη  ( πρώτη δημοσ. στη ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ )

Προκαταβολικά θέτω ως στόχο μου την παραστατική ανάδειξη βασικών σημείων, που προσδιορίζουν την αξία της ποίησης- και ειδικότερα  ενός συγκεκριμένου ποιήματος- ανεξάρτητα από το συνολικό εκτόπισμα ενός εκάστου δημιουργού. Ξεκινώ από δυο δείγματα γραφής με αφόρμηση το ίδιο ακριβώς θέμα, πρόδηλα όμως αποκλίνουσα  ποιητική. Το ζητούμενο είνα ι- μέσα από την ερμηνευτική και αισθητική ανάλυση- να μπορέσει ο αναγνώστης να αντιληφθεί, πότε πετυχαίνει ένα ποίημα  και ποιοί κίνδυνοι περιορίζουν κατά τεκμήριον τη δραστικότητά του. Μια πρώτη κρίσιμη ερώτηση  αναφύεται αυθόρμητα για κάθε φίλο της τέχνης και υποψιασμένο αναγνώστη: Μήπως η καλλιτεχνική πραγμάτωση κερδίζεται  κάθε φορά εκ νέου, με την ίδια σε ένταση δημιουργική δυστοκία; Και μήπως η ευχέρεια και η εμπειρία, ακόμα και στους πιο δόκιμους, δεν εγγυώνται ποσώς την  αυτόματη καταξίωση οποιασδήποτε νέας γραφής; Ίσως όλα  αυτά ακούονται ως κοινός τόπος, δεν είναι όμως και ευρέως  συνειδητοποιημένη αντίληψη.

 Μπορώ, έστω με κάποια επιφύλαξη, ν’ αποφανθώ προκαταβολικά τα εξής: Από τα δυο ποιήματα με την ίδια θεματική, που καταγράφονται αντικριστά παραπάνω, εκείνο του «ήσσονος» Άντη Κανάκη μου φαίνεται δομικά αρτιότερο και  «σεναριογραφικά » πειστικότερο από το αντίστοιχο του μείζονος – κατά γενικήν αποδοχήν – Κυριάκου Χαραλαμπίδη…Χωρίς μια τέτοια  επιμέρους παρατήρηση να ενέχει οιασδήποτε μορφής γενικότερη αμφισβήτηση ( τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη θεωρώ – παρά τις  επιφυλάξεις μου για ένα μέρος του όψιμου έργου του – ως ένα από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές), ισχυρίζομαι ότι και «ήσσονες» ποιητές, στις καλύτερές τους στιγμές, μπορούν να δώσουν καλή ποίηση… Κάτι που επιβάλλει και το ανάλογο για  τον αναγνώστη ( ή τεχνοκρίτη ) καθήκον, ν’ αναζητεί και να ευρίσκει σε πολλούς κήπους τα άξια της ποίησης άνθη. Ας μη θεωρητικολογώ όμως περισσότερο. Παίρνω το ποίημα του Άντη Κανάκη με τον τίτλο «Ο γάμος» », έκδοση 1980

Δυο γυναίκες μόνες

απ’ το συνοικισμό,

στην εκκλησιά παντρεύαν τα παιδιά τους.

 Είναι μια ρεαλιστική εικόνα γάμου, που ανοίγει το σκηνικό για ό,τι σύνηθες αλλά και ασύνηθες  πρόκειται να ακολουθήσει. Δυο στοιχεία ξεχωρίζουν αμέσως, που παραπέμπουν  στην ιδιαιτερότητα  της περίστασης: Η λέξη «μόνες» για τις μάνες των νεονύμφων, και «συνοικισμός»  ως ο τόπος διαβίωσής των. Ένα πρώτο χαμηλό κύμα διέγερσης περνά μέσα μας, ως απόρροια της πρόδηλης απουσίας των  πα-τεράδων του γαμπρού και της νύμφης  από ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός. Και φυσικά αντιλαμβανόμαστε τί δυσάρεστο έχει επισυμβεί – με τον πόλεμο και την ημικατοχή της πατρίδας μας – γι’ αυτό κι η περιέργεια  επικεντρώνεται περισσότερο στον ποιητικό χειρισμό της υπόθεσης…Κάτι που συμβαίνει ακαριαία στη συνέχεια, με το ξεδίπλωμα  μιας  έντονα εξωκοσμικής  εικονοποιϊας :

Κι ενώ έψαλλε ο παπάς

βλέπαν τους άλλους δυο

νά’ ρχονται από μακρυά

                      κοντά τους.

Ο ένας σκιά λευκή.

Ο άλλος κίτρινη.

Ένα ποτάμι

τους έκοβε τον δρόμο.

Η συγκίνηση της στιγμής – υποβοηθούμενη κι απ’ την υποβλητική εκκλησιαστική ψαλμωδία,  γεννά στις δακρύβρεκτες και πονεμένες μορφές τη ψευδαίσθηση του ερχομού εκείνων που λείπουν. Τους βλέπουν με τα μάτια της ψυχής «νά’ ρχονται από μακρυά κοντά τους». Θά’ ταν πολύ κοινότοπη και καλλιτεχνικά καθόλου πειστική δραματοποίηση, αν η εμφάνιση των αγνοούμενων γινόταν άμεσα, χωρίς δυσκολία  και με φυσική των εικόνων χρήση. Οι γυναίκες – μάνες όμως δεν κοιτούσαν αναίτια γεμάτες αγωνία…Αφού μπροστά τους συντελείτο- δίκην αποκάλυψης- το πέρασμα από το πουθενά στον παρόντα κόσμο. Με κομμένη ανάσα τούς παρακολουθούν, να προσπαθούν πεισματικά να υπερπηδήσουν το απροσπέραστο ποτάμι που τους χωρίζει. Το υπερφυσικό σκηνικό επιτείνεται πιο πολύ με την παρομοίωση του ενός αντρός ως σκιάς λευκής και του άλλου ως σκιάς κίτρινης. Μια φευγαλέα απορία διατρέχει το μυαλό του συμμετέχοντος αναγνώστη… Θα γίνει το θαύμα να διαβούν το βαθύ ρέμα; Η ψυχική μας ένταση κορυφώνεται στο έπακρον, όταν με δύναμη ο ποιητής- σε επικούς δημοτικούς τόνους – βάζει τους ασώματους αυτούς πρωταγωνιστές να πηδούν μια και δυο και τρείς φορές, χωρίς να  μπορούν τελικά να περάσουν.

Τρεις φορές

   πήδηξαν οι σκιές

      για να περάσουν.

Τρεις φορές

 πέσαν στο νερό

 Τέλειωσε ο γάμος.

Τους πήρε το ποτάμι.

 Τέλος καλό όλα καλά δεν ισχύουν- καθώς βλέπουμε- στην αισθητικά  κατορθωμένη τέχνη,  η οποία  έχει τον δικό της τρόπο να αποφορτίσει και να χαλαρώσει τον αναγνώστη από τη συσσωρευμένη συγκινησιακή αγωνία. Η λυτρωτική διάθεση σίγουρα επέρχεται από το γεγονός της συγκλονιστικά  βιωμένης- με τα  μάτια της ψυχής – υπερφυσικής μαρτυρίας. Κι αυτό ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα. Μήπως κι ο Διγενής του δημοτικού έπους δεν νικάται στο τέλος, στην υπεράνθρωπη πάλη του στα μαρμαρένια αλώνια, αφήνοντάς μας παρόμοια παρηγορητική ανακούφιση;

Η συνέχεια για τις δυο «οπτασιαζόμενες» γυναίκες – τραγικές φιγούρες του δράματος των αγνοουμένων-  είναι η κυριαρχημένη, ανάλογη με την περίσταση θλίψη, που αφήνει περιθώριο στην ελπίδα  και την προοπτική ευτυχίας των αγαπημένων προσώπων.

Τα στέφανα φιλώντας

     οι δυο μάννες

-Φιλιά πικρά

-Φιλιά αλμυρά

μοιράζαν στα παιδιά τους.

 Τίποτε δεν αφήνουν απ’ τον πικρό καημό τους να βγει προς τα  έξω, κανένα ξέσπασμα που θα θόλωνε την καλοτάξιδη γαμήλια ατμόσφαιρα. Αντίθετα,  με αξιοπρέπεια φιλώντας τα στέφανα, μοιράζουν στο ζευγάρι ευχές και φιλιά. Κι αν τα φιλιά, όπως  διαβάζουμε, είναι πικρά  κι αλμυρά, αυτό μόνο εμείς το ξέρουμε – κι ο ποιητής φυσικά, που πέτυχε να μας το μεταδώσει με τούτο το ποίημα.

Το δεύτερο ποίημα – με πανομοιότυπη θεματική – που θα σχολιάσω, ανήκει στον έγκριτο και πολυβραβευμένο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη.  Είναι μεταγενέστερο, αφού είδε επίσημα το φως της δημοσιότητας το 1989,  με την έκδοση της συλλογής «ΘΟΛΟΣ» ( του Άντη Κανάκη «Ο γάμος» προηγήθηκε εκδοτικά, 1980 ).

Το ποίημα « ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ », του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, από άποψη δομής και γενικότερης ποιητικής στέκει στον αντίποδα του ποιήματος, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Η ανάπτυξή του είναι γραμμική και με κυρίαρχο ένα, σκόπιμα  υποθέτω, απλοϊκό αφηγηματικό τόνο. Αυτό δεν είναι προκαταβολικά μειονέκτημα, αντίθετα  θα μπορούσε να του προσδώσει- υπό κάποιες προϋποθέσεις – μια υποβλητική  επικότητα.. Επειδή όμως ο λόγος μου δεν ευδοκιμεί  ιδιαίτερα στο κενό, προτιμώ και σ’ αυτή την περίπτωση να με ταξιδέψει το ίδιο το ποίημα… Ν’ ακροαστώ τον κρυφό του παλμό, ν’ αφεθώ στην όποια του υπέρλογη θέαση και να νοιώσω, αν μ’ άγγιξε επαρκώς εκείνο το κάτι βαθύτερο και υπερβατικότερο του γεγονότος, που λειτούργησε ως έναυσμα έμπνευσης.

Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν

και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

 Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

 Κανένα προς το παρόν ιδιαίτερο σχόλιο, θα σημείωνα.. Οι εισαγωγικοί  τούτοι στίχοι ανοίγουν με εντυπωσιακή απλότητα και οικειότητα την αυλαία του γάμου της κόρης ενός αγνοούμενου. Οι πρώτοι δυο στίχοι δίνουν λιτά και χωρίς συναισθηματισμό το ιστορικό δραματικό φόντο, στα πλαίσια του οποίου θα  εξελιχθεί η γαμήλια διαδικασία. Η αφελής στη διατύπωση αθωότητα, που εκπέμπει ο τρίτος στίχος,  μας συγκινεί –  αν όχι τόσο ποιητικά  –  τουλάχιστον σε ανθρώπινο επίπεδο. Σημαντικό είναι εξάλλου, να μη βιαστεί ο απαιτητικός αναγνώστης στην κρίση που θα εκφέρει για παρόμοιους μεμονωμένους στίχους, των οποίων η αισθητική δυναμική ενισχύεται κάποτε στην εξέλιξη (το ίδιο άλλωστε ισχύει εν πολλοίς και για την ποίηση του Καβάφη, όχι όμως και για τον εξαρχής πυκνό και αυτάρκη Σολωμικό στίχο ).

Έτσι, και στο λαϊκής εκφραστικής χροιάς «Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί», μένουμε προς στιγμή ποιητικά αμήχανοι και ανικανοποίητοι, προσδοκώντας στην πορεία σε μια αντίστροφη αισθητική αναζωογόνηση της υποτονικότητας του στίχου. Κάτι τέτοιο όμως δεν το βλέπουμε στη συνέχεια. Ο αγνοούμενος πατέρας, που με πάσαν άνεση σηκώνεται κι έρχεται στην εκκλησία, καμαρώνοντας τη νύφη κρυμμένος πίσω από μια κολώνα, μου δίνει την αίσθηση της επιτηδευμένα γραφικής εξιστόρησης, που στοχεύει προφανώς στον αιφνιδιασμό και την ανατροπή του άτονου κλίματος σε κατοπινό στάδιο. Η πρόθεση όμως αυτή δεν βρίσκει μορφολογικό ισοδύναμο, ικανό να προκαλέσει- χωρίς επίπλαστη δραματοποίηση- το έλεος  και την κάθαρση. Ως εκ τούτου υποβαθμισμένη προκύπτει και  η δραστικότητα τού  καθόλου αισθητικού αποτελέσματος. Καταθέτω τους σχετικούς  μ’ αυτό στίχους :

Κατά την τελετή του μυστηρίου

δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.

Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε

πίσω από μια κολώνα και καμάρωνε.

Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του

το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.

Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού

και τον αφήκανε στην ησυχία του.

  Εδώ ο πατέρας έρχεται από μόνος του και εν αγνοία των στενών συγγενών του. Η εμφάνισή του συνδέεται καθηκόντως με την ημέρα του γάμου και η υπέρβαση της πραγματικότητας του θανάτου εδράζεται λογικά στη σχέση αγάπης προς την ακριβή του κόρη. ( Στο αντίστοιχο ποίημα του Άντη Κανάκη, η υπερφυσική αυτή φανέρωση συμβαίνει μέσα στις χαροκαμένες κι ευάλωτες στην οπτική φαντασίωση ψυχές των γυναικών – συζύγων και μανάδων. Κι ούτε είναι απλός περίπατος  το πέρασμα  απ’ τα σύνορα του Άδη, αλλά εναγώνια  ηρωική πράξη, που διαδραματίζεται με συμβολικό τριπλό σάλτο μπροστά στα  έκθαμβα μάτια τους ).

Για να μην είμαι όμως κι άδικος, το ποίημα  «ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ», του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, μπορεί να μη φαίνεται «μείζονος» αισθητικής πραγμάτωσης, διασώζεται εντούτοις σ’ ένα βαθμό από την καταληκτική τραγική του διάσταση, που δίνεται στους τελευταίους έξη στίχους:

 Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.

Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν

καθένας στ’ αυτοκίνητο του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός

στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός

παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

 Οι του πάνω κόσμου παίρνουν τον εύκολο ξέγνοιαστο δρόμο τους, παίρνει κι ο αγνοούμενος πατέρας τον μοναχικό δικό του δρόμο: Ξαναμπαίνει φρόνιμα στο μνήμα, ως  να  είναι η φυσική κατοικία του. Η έξοδος, που λίγο μόνο διήρκεσε, είναι  μοιραίο να μην έχει συνέχεια. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, οι καλλιτεχνικές του αναγνώστη κεραίες αρχίζουν για πρώτη φορά πραγματικά να δονούνται…Αν τα παλινδρομικά  κύματα  που εκπέμπουν  είναι τόσο δυνατά, ώστε να αιμοδοτούν επαρκώς και ό,τι τόσο χαλαρά προηγήθηκε, δεν είμαι  τόσο βέβαιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν περνούν οι γερανοί – Διήγημα Ανδρέα Πετρίδη

ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ

  • Ένα διήγημα «κλασικής» δομής, του ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ –

Τον τύλιξε ανεπαίσθητα ο ύπνος, γερμένος όπως ήτανε στον κορμό της γέρικης ελιάς. Ο Φώτης είδε τότε το κορμί του, ανάλαφρο σαν αγγελούδι, να σηκώνεται ψηλά και να φεύγει μακριά, διασχίζοντας κάμπους και βουνά και πετώντας ανεμπόδιστα πάνω από φράκτες και συρματοπλέγματα. Σαν έφτασε στην τόσο γνώριμη των πρώτων παιδικών χρόνων πλαγιά, σταμάτησε να κτυπά δυνατά τα φτερά, χαμηλώνοντας πάνω από ερημωμένες αυλές και σπιτάκια, που του φαίνονταν να βόσκουν σαν πρόβατα στο ανοιξιάτικο φρέσκο χορτάρι… Αναγνώρισε το χωριό όπου γεννήθηκε – κι άρχισαν ξαφνικά μπροστά του να ζωντανεύουν όσα συνέβηκαν τόσο γοργά κι ανεξήγητα, πριν πάρει με τους γονείς του τον δρόμο της φυγής και της προσφυγιάς…

Θυμάται το πρώτο εκείνο καλοκαίρι που συνόδευσε τον πατέρα στη ρεματιά, πίσω από τρία μικρά προβατάκια. Τα παρακολουθούσε πώς έτρεχαν και χοροπηδούσαν, έτσι ακριβώς όπως έκανε κι ο ίδιος, γεμάτος χαρά και ζωντάνια μέσα στο ανθισμένο φυσικό περιβάλλον. Δεν χόρταινε να κοιτάζει και να ρωτά… Έμαθε για το ποτάμι που ξεκινά από πολύ μακριά, κουβαλώντας στις βροχερές μέρες του χειμώνα δασόξυλα απ’ τα ορεινά… Άκουε για τα χελιδόνια, που πετούσαν ώρες τιτιβίζοντας από πάνω του, πριν φύγουν με το φθινόπωρο για μακρινά και ζεστότερα μέρη… Για να επιστρέψουν πάλι την ίδια εποχή, κτίζοντας την καινούργια ή ξαναφτιάχνοντας την παλιά τους φωλιά.
Κάτι άλλο σπουδαίο που χαράκτηκε στη μνήμη του κάποτε, ήταν μια αρχαία κολώνα βγαλμένη τυχαία απ’ το χώμα με τ’ άροτρο… Τους εξήγησε ο δάσκαλος, σε κάποια σχολική εκδρομή, πως ήταν «πολύτιμο εύρημα, σημάδι ατράνταχτο της ιστορίας του τόπου», καθώς είπε. Και τους διαβεβαίωσε, πως κι άλλα πολλά πολύτιμα πράγματα υπήρχαν σίγουρα κρυμμένα στο χώμα. Ένιωθε τότε κι ο μικρός Φώτης παράξενα περήφανος για το χωριό του, άνκαι δεν μπορούσε με ακρίβεια να το εξηγήσει. Θαύμαζε τη στιλπνή λευκή ομορφιά της αμίλητης πέτρας με την περίτεχνα χαραγμένη επιφάνειά της… Ακόμα και κάτι περίεργα γράμματα στο πάνω μέρος της δεν μπορούσε να τα διαβάσει, μήτε καν ν’ αντιληφθεί το νόημά τους. Δεν τον πείραζε όμως. Φτάνει που ο δάσκαλος και κάποιοι γνωστικότεροι πιο μεγάλοι αναγνώριζαν την αξία της κολώνας, που ξεπετάχτηκε μια μέρα στο φως του ήλιου.

Ένα κατοπινό καλοκαίρι, ενώ βοσκούσε έξω στους αγρούς τα πρόβατα με τα μάτια ονειροπόλα και καρφωμένα μακριά, μετά από στιγμές σιωπής έβγαλε μια φωνή έκπληξης για κάτι που αντίκρυζε για πρώτη φορά:
 – Πατέρα, πατέρα…Τί είναι η σκούρα εκείνη και λεπτή γραμμή στον ορίζοντα, που σιμώνει, σφυρίζοντας ολοένα πιο δυνατά;

Σταμάτησε ο πατέρας να πελεκάει καυσόξυλα – και βάζοντας το χέρι αντήλιο, ξεχώρισε στην άκρη του ορίζοντα την καμπύλη σκούρα γραμμή πουλιών αποδημητικών που πλησίαζε, σφυρίζοντας κάθε τόσο μονότονα. Χαμογελώντας με κατανόηση, άφησε την αξίνα στο χώμα και βημάτισε με πατρική φροντίδα προς το μέρος του ξαφνιασμένου, από το πρωτο-ίδωτο θέαμα, Φώτη.

Περνούν οι γερανοί, παιδί μου…Έρχονται κάθε χρονιά σαν ζεστάνει ο καιρός στα μέρη μας, κουβαλώντας στις πλάτες των εκατοντάδες χελιδόνια. Κάθε χρονιά μέσα στην Άνοιξη, με το ίδιο απόμακρο σφύριγμα να τους προσμένεις… Είναι άκακα και φιλοτάξιδα πουλιά.

Από τότε ο Φώτης έτσι κι έκανε. Όταν ερχόταν Απρίλης- Μάης, με τις πρώτες δυνατές λιακάδες, κατέβαινε τακτικά στο ίδιο εκείνο αγαπημένο του μέρος, στο χωράφι με την σκαλισμένη κολώνα και ρέμβαζε ώρες πολλές, περιμένοντας τους γερανούς να φανούν- μικρές κουκκίδες στην άκρη του ορίζοντα. Ύστερα στιγμή τη στιγμή να φαίνονται καθαρότερα και να μεγαλώνουν, κρατώντας χέρι-χέρι σε μιαν απέραντη γραμμή πάνωθέ του, τακτικά και λυπημένα σφυρίζοντας. Κι εκείνος να ψηλώνει όλο και πιο κάθετα το κεφάλι του να μην τους χάσει, να τους παρακολουθήσει όσο μπορεί περισσότερο, μέχρι να χαθούν ξανά στην άλλη άκρη τ’ ουρανού, στα βάθη μακριά του. Και στο τέλος, με το γέρμα του ήλιου, να επιστρέφει μοναχός στο σπίτι, να το διηγηθεί στους γονείς, να το διηγηθεί στον παππού και στους φίλους του μ’ ένα ανάμικτο αίσθημα χαράς και λύπης…
Είδα ξανά τους γερανούς. Τους είδα όπως πάντα σαν αλυσίδα να έρχονται σφυρίζοντας…Έλεγε και ξανάλεγε, σάμπως και δεν τον πίστευαν. Το επαναλάμβανε, θέλοντας να εκφράσει δυνατά και ανακουφιστικά τα συναισθήματα που τον πλημμύριζαν. – Και του χρόνου θα τους περιμένω, στο ίδιο μέρος, τον ίδιο μήνα… Έλεγε και ξανάλεγε και μια κρυφή λαχτάρα τον συνέπαιρνε ολόκληρο.

Έτσι πράγματι γινόταν κάθε χρονιά, ώσπου ο Φώτης άκουγε πια τα πουλιά σχεδόν προτού καν φανούν, προτού φανερωθούν σαν μαύρες γραμμούλες στο γλαυκό του ορίζοντα. Φρόντιζε ο ίδιος νά’ ναι πάντα εκεί, στη σωστή θέση, στον σωστό χρόνο, γιατί κι όλας μια βαθύτερη σχέση ένωνε τη ψυχή του μαζί τους. Όχι δεν μπορούσε, δεν μπορούσε ποτέ στους υπολογισμούς που έκανε να λαθέψει…

Κι όμως φέτος, να που έρχονται τόσο παράκαιρα οι γερανοί, μονολόγησε ο Φώτης  έκπληκτος και συγχυσμένος… Έβαλε προσεκτικότερα το χέρι αντήλιο και ξανακοίταξε.
Ναί, ναί, ξαναψιθύρισε, αυτοί είναιΝα, οι μαυρόγκριζες φτερωτές κουκκίδες, που μεγαλώνουν ολοένα κι όλο πιότερο βουϊζουν σιμώνοντας.

Είπε «βουίζουν» και δάγκωσε τα χείλη απορημένος με τον εαυτό του. Ήταν όμως βέβαιος πως δεν είχαν τούτη τη φορά το ίδιο σφύριγμα. Ίσως νά’ ταν κουρασμένοι, ίσως και νά’ νιωθαν για κάποιο λόγο ανήσυχοι κι έβγαζαν κάτι σαν βουητό, όσο έρχονταν πιο κοντά του. Ίσως ακόμα, τόσο που βιάστηκαν πριν βγει καλά ο χειμώνας, να βρήκαν στον δρόμο τους καταιγίδες που τους ταλαιπώρησαν. Αλλιώς δεν εξηγείται, συλλογιζότανε, που γιάλλιζαν τόσο παράξενα σαν μέταλλο οι μεγάλες και πλατιές φτερούγες των…
Όταν τελικά πέρασαν μ’ ένα τρομακτικό μουγγρητό  πάνω απ’ το κεφάλι του, όλο το χωριό γύρω τάραξε συθέμελα…Τ’ αγαπημένα του πουλιά, οι γερανοί που με κρυφή λαχτάρα πάντα περίμενε, καθόλου πια γνώριμοι, σχίσαν τ’ ουρανού το γαλάζιο με σιδερένια φτερά και φτύσαν φωτιά και σίδερο περνώντας. Μόνο το ψηλό κυπαρίσσι πριν πάρει φωτιά, κατάλαβε τί συνέβη και σιγοψιθύρισε:
«Όχι, όχι. Δεν ήταν αυτοί οι γνώριμοι γερανοί που φέρνουν την άνοιξη… Αυτοί είχαν σιδερένιες φτερούγες και στο διάβα τους έφτυσαν φωτιά…»
Αλλά και το χωριό ήξερε πια, έτσι βαριά λαβωμένο που το άφησαν οι φτερωτοί δαίμονες στο πέρασμά τους… Άδειες οι αυλές, τα σπίτια καπνισμένα χαλάσματα
κι οι δρόμοι γεμάτοι τρομαγμένα πρόσωπα, που φεύγαν βιαστικά και μ’ άδεια χέρια στο άγνωστο.

Ο Φώτης έμαθε για όλο τούτο το κακό αργότερα, όταν ξύπνησε κάπου αλλού και μ’ ένα πλατύ επίδεσμο στο κεφάλι, που αιμορραγούσε λιγάκι ακόμα. Όλα τού φαίνονταν θολά και μπερδεμένα, ως να τον ξερρίζωσαν και τον έριξαν σε μακρινά και ανοίκεια μέρη, σ’ ένα κόσμο που έπρεπε τώρα απ’ την αρχή να φτιάξει.

 

Τέτοια στο μισο-ύπνι ξετυλίγονταν συχνά στο μυαλό του και δεν μπορούσε εύκολα να πει αν του ήταν ευχάριστο ή δυσάρεστο. Η πραγματικότητα ήταν, ότι ζούσε τώρα με την οικογένειά του σ’ ένα ακριτικό προσφυγικό συνοικισμό, πλάι στη «νεκρή», όπως λεγότανε, «ζώνη». Οι γονείς του κάποτε- κάποτε του μιλούσαν για τον Δαυλό, το αγαπημένο χωριό τους, όπου πριν τον ξερριζωμό ζήσανε ευτυχισμένα χρόνια. Όλα αυτά όμως γίναν πια παρελθόν, που ιστορώντας το η φωνή τους τρεμούλιαζε και τα μάτια βουρκώνανε. Γι’ αυτό κι ο Φώτης με τον καιρό απόφευγε να τους ρωτά ο,τιδήποτε σχετικό, για να μην τους θυμίζει και να τους στενοχωρεί περισσότερο. Τους έφταναν οι άλλες σκοτούρες και τα λογής προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Όμως ο ίδιος σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται παράξενα σιωπηλός και περίεργος… Περνούσε τις ελεύθερες ώρες του με διάφορες ασχολίες στην ύπαιθρο, όπως το σεργιάνι στους αγρούς και το μάζεμα λουλουδιών και αγριοβατόμουρων. Πιο πολύ όμως τον τραβούσε ένα καινούργιο παιγνίδι, δική του επινόηση… Όταν κάποια στιγμή βαρέθηκε να ζωγραφίζει με νερομπογιές στο χαρτί διάφορα πράγματα, άρχισε να βάφει εκεί κι εδώ με κόκκινο βαθύ χρώμα τα λευκά κυκλάμινα…Έτσι απλά για να χαλαρώσει, ή με την αίσθηση ότι δοκιμάζει κάτι τολμηρά πρωτότυπο. Κάτι σαν αθώα παρέμβαση στη φύση τριγύρω, δείχνοντας μάλιστα με καμάρι τα κατορθώματά του σε γονείς και φίλους. Και το έκανε συχνά, μετακινούμενος από μέρος σε μέρος, νιώθοντας κατά βάθος σαν ένας αρχάριος δημιουργός που ξαναφτιάχνει τον κόσμο. Φυσικά με την πρώτη βροχή οι πινελιές του στα πέταλα δεν κρατούσαν για πολύ και τα βαμμένα κυκλάμινα γρήγορα ξεπλένονταν. Ο Φώτης όμως, πεισματάρης καθώς ήταν, δεν απογοητευόταν εύκολα. Προπάντων σαν έβρισκε κάτι καινούργιο, για τη φαντασία του πιο ερεθιστικό. Κάτι που δεν άργησε να του παρουσιαστεί…

Η ιδέα του ήρθε μια μέρα, όταν, περπατώντας αφηρημένα σ’ ένα μικρό μονοπάτι κάμποση ώρα, σκόνταψε πάνω σε μια μισοπεσμένη ταμπέλα με την επιγραφή: «Προς νεκρή ζώνη». Έκανε να την προσπεράσει, αλλά μετά κοντοστάθηκε και συλλογίστηκε…Τί σημαίνει άραγε νεκρή ζώνη; Είναι μήπως τόσο νεκρή, που δεν βλαστάει τίποτε στο χώμα της; Ούτε ένα κυκλάμινο, μήτε μια μοναχική ανεμώνη; Φυσικά, από κάποια τυχαία ακούσματα πήγαινε ο νους του σε κάτι… Ίσως ακόμα και να υποψιαζόταν αδρά περί τίνος πρόκειται…Το απόδιωχνε όμως από τη σκέψη του, για να μη λειτουργήσει απαγορευτικά στη γοητεία της πρόκλησης να μπει μέσα, να δει τί συμβαίνει.

Το σούρουπο γύρισε σκεφτικός στο σπίτι κι απ’ το μυαλό του περνούσαν ένα σωρό πράγματα. Στην πραγματικότητα όμως, μόνο μια σκέψη ήταν κυρίαρχα βασανιστική και πυρπολούσε κυριολεκτικά τη φαντασία του. Πριν πέσει για ύπνο, ετοίμασε με κάποια νευρικότητα τα σύνεργα για την επιχείρηση της επόμενης μέρας. Δεν ξέχασε να βάλει στο ρούχινο σακκίδιο το πινέλο και τις αγαπημένες του νερομπογιές. «Πώς είναι, πώς είναι η νεκρή ζώνη», μονολογούσε με μια κρυφή λαχτάρα. Σκεφτόταν πως δεν μπορεί νά’ ναι τόσο νεκρή, θα ξετρυπώσει αυτός κάπου καμμιά βατομουριά, θ’ ανακαλύψει ανεμώνες και κυκλάμινα ανάμεσα στα βράχια… Κι ύστερα παίρνοντας πινέλο και χρώμα, ιδιαίτερα το κόκκινο που τόσο του αρέσει, θα σκύψει ηδονικά να βάψει τ’ άσπρα γύρω κυκλάμινα ολοπόρφυρα… Έτσι ακριβώς όπως έμαθε να τα μεταμορφώνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο!

Με τέτοιους συλλογισμούς να του εξάπτουν το μυαλό αποκοιμήθηκε λίγο αργά, σηκώθηκε όμως νωρίς με το πρώτο που έπεσε φως. Το σχολείο καθόλου δεν τον κούρασε εκείνη τη μέρα κι οι ώρες κύλισαν αναπάντεχα γρήγορα. Το απόγεμα ήταν όλα ήσυχα στο σπίτι, κι ο Φώτης πανέτοιμος για τη μεγάλη του έξοδο…
Κρέμασε το σακκίδιο στο ώμο κι ανυπόμονα πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στη «νεκρή ζώνη». Πέρασε δίπλα από την μισοπεσμένη επιγραφή και μ’ ανάλαφρα βήματα βρέθηκε απέναντι. Ένα ακαθόριστο αίσθημα φόβου κατέβαινε απ’ το λαιμό στο στομάχι του, δεν ήταν όμως αρκετό για να τον εμποδίσει. Στο βάθος η κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου απλωνόταν ακίνητη σαν κοιμισμένο φίδι. Έφτασε σ’ ένα ξέφωτο τριγυρισμένο από θάμνους. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη, όταν διαπίστωσε, πως κι εδώ υπήρχαν κυκλάμινα. Και μάλιστα πολύ λευκότερα και πολύ πιο μεγάλα…Παρθενικά κι ατσαλάκωτα απ’ την ανθρώπινη παρουσία.
– Ω, συλλογίστηκε ο Φώτης. – Τόσον καιρό γιατί μου κρυβόσαστε; Και γονάτισε για ν’ απολαύσει το θέαμα.

– Θα βάψω αυτά τα κυκλάμινα ολοκόκκινα, έτσι που καμμιά βροχή δεν θα μπορεί να τα ξεβάψει πια,… Μονολόγησε με πείσμα. – Όχι όμως τώρα, αλλά αύριο το πρωινό, που έχουμε, καθώς είπε κι ο δάσκαλος, την επετειακή σχολική αργία.
Και κάνοντας ξάφνου στροφή πήρε τον δρόμο του γυρισμού, πριν πέσει το σούρουπο και  σκοτεινιάσει. Απ’ τους αντίπερα λόφους, εξάλλου, κάτι σαν ψίθυροι ακαταλαβίστικοι και περίεργοι βηματισμοί τον έκαναν να δειλιάσει λιγάκι…

Ξημερώματα της επόμενης μέρας, όλος αγωνία και λαχτάρα, έπαιρνε αποφασισμένος τον δρόμο προς τη «νεκρή ζώνη», με τα πινέλα και τις νερομπογιές να κουδουνίζουν στην πλάτη του. Ανυπόμονος περπατούσε νευρικά κι απρόσεκτα, κλωτσώντας δεξιά κι αριστερά τα χαλίκια, ή ποδοπατώντας ξεράγκαθα. Βυθισμένος στις σκέψεις και τις οργιαστικές φαντασίες του, ο μικρός Φώτης δεν κατάλαβε πως μπήκε κιόλας βαθιά μέσα στην λεγόμενη νεκρή ζώνη, με ολόλευκα μεγάλα κυκλάμινα να ορθώνονται προκλητικά γύρω του… Κι ούτε που πρόσεξε, σκυφτός όπως έφτιαχνε τα σύνεργά του, τις ανθρώπινες σιλουέτες απέναντι, που χειρονομούσαν νευρικά προς το μέρος του… Μήτε φυσικά μπορούσε πια να ξέρει, τί έγινε με τις νερομπογιές, τί έγινε με τα πινέλα και πώς βάφτηκαν τα κοντινά του κυκλάμινα πράγματι ολοκόκκινα… Ένα κόκκινο τόσο ζωντανό και ζεστό, ίδιο με αχνιστό αίμα… Που ήταν το δικό του τελικά, χυμένο ολόγυρα/παιδικό/αίμα.
Το κορμάκι του, πεσμένο και σκεπασμένο μ’ ένα χνούδι απ’ την πρωινή δροσιά, έσμιγε τώρα με τη φύση, τη μεγάλη του αγαπημένη. Τη φύση την ολοζώντανη στο κάθε της μόριο, την αιώνια ελεύθερη και πουθενά νεκρή κι απαγορευμένη. Τα ολάνοιχτα ακίνητα μάτια του κοιτάζουν, δες, για πάντα τον ουρανό σαν δυο μεγάλες/απορημένες/νεροσταγόνες.
Κι άρχισε ύστερα μια ψιλή βροχή, που κράτησε μέχρι το ηλιοβασίλεμμα. Και ήταν η πρώτη φορά, που δεν μπόρεσε να ξεπλύνει εντελώς τα αιματοβαμμένα κυκλάμινα της «νεκρής ζώνης¨.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποίηση Ανδρέα Πετρίδη

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑ  ΠΕΤΡΙΔΗ

Εντόπιο Ρίγος
αναγραφή τελευταία

 

…Ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή

     στα μάτια συνωστίζονται,

     στην ακοή

     και στο αθόρυβο δέρμα

     τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !

 

  α.  Ξημέρωμα

Μικρός  αυλός στο στόμα

του πρώτου τσοπάνη χαιρετά

την έλευση καινούργιας μέρας.

Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει

για να πατήσει στον ρυθμό του,

κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά…

 

Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές

έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,

κι αρχινάει μετά να ψάχνει

σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές

ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο-

έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει

όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.

 

Ήδη στο θρόνο του ο βασιλιάς

του φωτός έχει καθήσει

μ’ ένα βουητό ζωής

το πήγαινε – έλα  μυριάδων ακτίνων,

που ξύπνησαν το καθετί

που μοίρασαν το χρώμα,

έτσι όπως πάντοτε

δουλειά γνωστή τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.  Βιότοπος

 

Σκληρό τοπίο αιώνιο

σε δειλινό περίβλημα φωτός,

ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα

που πρωτονόμασαν τη βροχή,

το σύννεφο, το νερό.

 

Βράδυασε. Γυρνούν στα σπίτια

μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,

τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια

τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες

και το δέρμα που δέχτηκε

το ρίγος του πρωινού

και του μεσημεριού τις βελόνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.   Μές στο νερό

 

Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό

σαν πράσινι φύκι κι αισθάνεσαι

το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.

Μα το δειλινό το δειλινό

που οι πρώτες σκιές καλούν εις οίκον –

σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη

γραμμή

κρυφοκοιτάζοντας

παράξενα θλιμμένα πίσω .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δ.   Νόστος

 

Του ποταμιού που αγάπησα, μια στάλα-

σώμα σουπιάς- χρωμάτιζε το νερό

στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.

Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδυα

νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας

μ’ άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.

Σαν χελιδόνι σπάθιζε

τον ουρανό και τον χρόνο

ακροπατώντας στα κοιμισμένα

κεφάλια των γνώριμων βουνών…

 

Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,

τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια

κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια

νερό τ’ αυλάκι.

 

Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι

από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,

σε μια σοφίτα ξενική κάπου

μ’ εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα

παράθυρα

και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ε.   Κοιτίδα μνήμης

 

 

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό

νερό που βγαίνει απ’ το χώμα

αφήνοντάς το να το γαργαλά

παράξενα- σχεδόν μεταφυσικά,

μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους

με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.

Κι εκεί ανάμεσα

στη σαύρα που σέρνεται στη γη

και το φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη

πτήση,

στα σύνορα πάντα

αυτού που θά’ θελες

κι αυτού που πρέπει,

περνά ένα παράπονο το σώμα

ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη

να πέσει σταγόνα:

 

Ποιός κόβει των παιδικών

χρόνων τα δέντρα μας,

διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά

τ’ αγαπημένα φαντάσματα

και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

στ.    Γεράκι

 

Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά

ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,

χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου

να μελετήσω τις αδρές εικόνες

που δέχτηκες μέσ’ τον Ακάμα…

Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι

πάνω στην πεύκη, την αγριελιά

και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,

κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά

στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος

πάνσκοπη πρόθεση και στάση

ν’ απαθανατίσεις

την τραχειά σιλουέτα του-

από του Αρναούτη τη ριζωμένη

μέσα στη θάλασσα σφήνα,

ως την πατρίδα της αργής χελώνας

με χαλί από θάμνα.

 

Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα

την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,

πάνω απ’ τα θεικά λουτρά

μ’ ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη-

τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς

κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις

με μια βουτιά στον αέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                              ζ.   Λουτρά

 

Όταν χρόνο με χρόνο βλέπεις

στην αιωνόβια θύμησή σου,

άδικον ουρανό σ’ άλλη χώρα

τις βροντές του να σπαταλά

σε γλεντοκόπια πλημμύρας-

 

κι εσέ ν’ αποξεχνά

μικρό νησί του νότου

ράχη στο κορμί του Ακάμα…

Στης ξηρασίας το σώμα τότε σκάβεις

μια γούβα και μαζεύεις το δάκρυ

πάνωθε απλώνοντας την κόμη

βοστρύχους πράσινους μιας συκιάς-

πηγή ακριβή των σπλάχνων σου

που συντηρείς στο λιοπύρι,

εκείνο που τσουρουφλίζει τα μέτωπα

και το άλλο της νωπής σκλαβιάς.

 

Μα εσύ όπως καθωσπρέπει Μάνα

στραγγίζεις τη φλέβα και δίνεις

το αίμα ν’ αντέξει η ζωή

μέχρι να ροδίσει το χάραμα.

Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία

από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρουμπί

και ταπεινά δοξάζεις

μια στρογγυλή γούβα νερού –

του τόπου γνήσιο αγίασμα

και της Θεάς οπωσδήποτε

ιερά λουτρά .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η.   Κατάνυξη

 

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση-αντίθετα ίσως,

 

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                                                        

                              θ.  Εγκλείστρα

 

 

Κομμένη στα πλευρά του βουνού

κάθετη κώχη

κάτω από γκρίζες χαρουπιές

που γονατίζουν…

Εδώ μπορείς με τον σουγιά να σκάψεις

κρύπτες βαθειές μέσα στον βράχο,

μπορείς με τ’ αδύναμο κορμί σου

ν’ ανέβεις πέτρινα σκαλιά κατακόρυφα,

για νά’ σαι μόνος

και πιο κοντά Του .

Μα μόνο αν μέσα σου

άναψε φλόγα δυνατή

που πυρώνει τα σπλάχνα,

και πια δεν υπάρχει αναπαμός.

Μόνο αν είδες μια μέρα

τα δυο καματερά μπροστά απ’ το αλέτρι

στη μέση τ’ αγρού

να σταματάν λυπημένα…

 

Δεν έχεις τότε εκλογή.

Παίρνεις όπως εκείνος τον ίσιο δρόμο

παράλληλα στην ακροθαλασσιά

και φτάνεις στην Πάφο,

αφήνοντας πίσω σου νοικοκυριό

και στέφανα μιας μέρας.

Κοιτάζεις ύστερα τα κοντινά βουνά

και το πράσινο σούρσιμο της ποταμιάς

που φέρνει κοντά τους.

Και τέλος-τέλος εκεί

στον κόρφο του Μελισσόβουνου

κρυμμένο στα δέντρα,

καθώς ο παράξενος εκείνος διαβάτης

που λεγόταν Νεόφυτος-

μπορείς κι εσύ να λαξέψεις

την κρύπτη σου

ή την πίστη σου,

και να τη δοξάσεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  Διαλογισμοί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 

α.

 

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

 

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

 

Και λίγο πιο πέρα

απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

 

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τα’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή –

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

 

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

-μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα-

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά-

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.

 

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

 

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει.

 

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλγος Εσπέρας

 

α.

 

Φωτεινή μια γραμμή

εμπρός του αχνοτρέμει,

με το ρώτημα αν είναι

κι αυτή οπτασία.

Απάντηση μόνη

το πιο ταχύ βήμα,

κι η ανάγκη που νιώθει

πιο καλά να προσέξει

τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,

τον χρόνο στα χέρια

βιαστικής κλεψύδρας.

 

Μα κάπου όταν σκύβοντας

τους ιμάντες να δέσει

-πολύ ακόμα, πολύ

ο κύκλος πριν κλείσει-

βλέπει τη σκόνη να επικάθεται

υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,

 

«όχι, ακόμα» αναφωνεί

με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη

τινάζοντας μακριά του το χώμα.

 

Είναι απόγεμα και παντού

τη γύρω γνωστή επιφάνεια

η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

 

Πάνω σε πέτρα κάθησες

να πάρεις ανάσα καθώς είπες.

Ω, τι παράξενη ψυχή,

δεν πρόλαβε στον ίσκιο

το κεφάλι να γείρει

και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα

μές στην αδύνατη στιγμή !

 

Τώρα μια διάθεση αόριστη

τον πρότερο μόχθο αραιώνει,

του ύπνου στρώνει την κλίνη

το πέλμα του πονεί.                                           .

 

Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται

στα ενδιάμεσα κάποτε

η έφεσή του σαν λυγίζει,

μια παύση άς είναι ένα ξεδίψασμα

ως το πρωϊ.                                                        .

 

Άς χαίρει λοιπόν κι άς ονειρεύεται

των αχναριών τη συνέχεια,

σε ό,τι κι αν τύχει, σε ό,τι συμβεί.

Τ’ αγριόχορτα κοίτα- προς το μέρος του,

δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες

γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο

σε μάταιη κίνηση φυγής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένυλη εμβίωση

 

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας-

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά, σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

 

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο τώρα εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όστρακο

 

Ξάφνου δεν είσαι πια ευτυχής,

ξάφνου αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

 

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια,

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο…

Ώσπου τ’ αφήνεις στην πρώτη στροφή-

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακό σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα,

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπό της κάθε μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταξίδι εντός μας

 

Μοίρα μας να ταξιδεύουμε

σαν δέντρα με βαθιές ρίζες

σε υπόγεια νερά…Ίδια όπως

με το λυχνάρι μια ζωή

ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα,

σαλπάρουμε κι εμείς

σε θάλασσα άσπρο χαρτί

γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.

 

Ταξίδι – εμπύρετη έφεση

ψυχών που άλλα γυρεύουν,

έσχατη επιθυμία της φτέρνας

που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα…

Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί

κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο,

 

δέχεται η ψυχή

την περίκλειστη μοίρα της

απαλύνοντάς την

στο κύμα στον άνεμο

ρίχνοντας σπόρους,

παρόμοια όπως

δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς,

κι ο ποιητής ετοιμάζεται

για τον επόμενο στίχο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαύρο πουλί

 

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

 

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαριάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μάς ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

 

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά,

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από μια κλωστή

 

Από μια κλωστή ίσως κρέμεται

η χαρά μας κι η λύπη-

αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας

φαινομενικά αειθαλή.

 

Ανέμισμα φτερούγας κάποτε

πάνω απ’ τον ύπνο μας περνά,

ρίχνοντας ίσκιο βαρύ.

 

Μη σκιάζεσαι τότε μην  απελπίζεσαι

γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις

κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα

που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,

για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό

πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα

τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες

δάκρυα της Παναγίας…

 

Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται

το σχήμα των χειλιών και το χρώμα

της επόμενης μέρας,

την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα

και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών

πάνω από κάθε τέφρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελική ευθεία

 

Ας  διαπλεύσει το κορμί

των εκβολών το δέλτα,

μες στην αγρύπνια ας κρατηθεί

προτού λυγίσει

κατά το τέρμα.

 

Με πέντε αισθήσεις στήθηκε

η καθημερινή πανδαισία-

ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή,

στα μάτια συνωστίζονται, στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρμα

τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!

 

Αργά – αργά περιστρέφεται

η σφαίρα της γης,

ίδια παιδικό παιγνίδι…

Κι άτακτα δεξιά ζερβά

μυρίζοντας το καθετί

ανήσυχα εντοπίζεις,

τον χρόνο να τραβά τα λουριά

στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.

 

Τότε μπορείς να βυθιστείς

στο δάκρυ που διστάζει ακόμα,

και τη φθορά ν’ αντικρύσεις-

καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά

κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης,

κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά…

 

Κι η μνήμη αρχίζει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα νησί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επεισόδιο

 

Απότομος χειμώνας μπήκε

στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,

προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα

του ανέτοιμου ποδιού

πάνω από φύλλα σκόρπια

φθινοπωρινά.

 

Ευαίσθητη η ψυχή

και θέλει χρόνο,

λίγο προαύλι

ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,

για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει

από το ένα στο άλλο κλαρί.

 

Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο χειμώνας

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

 

 

 

α.

 

Κωφεύεις

στη φωνή της μοίρας

όσο τ’ αντέχεις

σιγά – σιγά,

 

και μια μέρα

ούτε που ξέρεις

ποιο δρόμο να πάρεις

κι εύκολα ξεχνάς

πού είναι η πλώρη

πού είναι η πρύμνη,

 

σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια

πολλούς δείκτες στη θάλασσα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β΄

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

 

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου –

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

 

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί-χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μνήμη

 

Γυναίκες – μορφές  ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

 

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προσμονή

 

Κρυφή μου στέρνα  της ψυχής

γέμισε χόρτο

το σώμα σου πυκνό,

μα δεν φυτρώνει λησμοσύνη.

 

Βάτος- θεριό τα γένια μου

άδεια σπηλιά το βλέμμα μου,

και περπατώ σαν μούλα

στον ίδιο κύκλο πού’ θρεψε

η προσμονή- ξερό πηγάδι.

 

Χρόνους οχτώ παιδεύομαι

κι αναζητώ σαν τη γοργόνα,

τα κύματα ξαναρωτώντας

που πέρασαν απ’ την Κερύνεια

και του Πενταδάκτυλου τα πουλιά

που πετούν προς το νότο…

 

Αν είδαν τον χαμένο γιο

να περπατά τη νύχτα

να κρύβεται τη μέρα,

νά’ χει θητεία στον θάνατο

χρόνους οχτώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυάγιο «Κερύνεια»

 

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

 

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

 

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία-

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια

 

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 

 

1982

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φάρος

 

Έχεις ένα μάτι νυσταγμένο

κι ένα βλέφαρο ολοένα πιο βαρύ,

ωσάν η συνήθεια να σού’ γινε δέρμα

και πιο πολύ ακόμα, ίσως ψυχή.

Τα καράβια – τα παιδιά σου σκόρπισαν

σ’ άλλες ρότες, ενηλικιώθηκαν πια

κι εσύ ακόμα τους κουνάς μαντήλι.

 

Μα πώς ν’ αλλάξει τη ζωή του τώρα

ένας φάρος ή ο,τιδήποτε άλλο,

ακολουθώντας τον ρυθμό του αιώνα!

Στέκει σαν Κύκλωπας στην Κάτω Πάφο

δήθεν κοιτάζοντας τη θάλασσα,

με τεντωμένα κρυφά τ’ αυτιά

στο άλλο τοπίο την άλλη ώρα.

Γιατί με το σούρουπο δειλά – δειλά

μες στο μισόφωτο τ’ αρχαία χαλάσματα,

στα επιστρώματα της σιωπής ανοίγεται

η πρώτη ραγισματιά.

Κι αφού η πόλη κοιμάται

η πόλη που ξοδεύεται τόσο εφήμερα,

αυτός κοιτάζει μην τον βλέπει κανένας

και κλείνει με νόημα το μάτι

στον κήρυκα και τον ιερέα –

 

και το πλήθος ξάφνου κινείται

στου αρχαίου Ωδείου την κερκίδα,

όπου παίζεται το αιώνιο δράμα

της πατρίδας ξανά και ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑ  ΠΕΤΡΙΔΗ

 

 

                                                                       

                   

 

 

 

Εντόπιο Ρίγος    

  

     αναγραφή τελευταία

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 …Ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή

     στα μάτια συνωστίζονται,

     στην ακοή

     και στο αθόρυβο δέρμα

     τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !

 

 

                             α.  Ξημέρωμα

 

 

Μικρός  αυλός στο στόμα

του πρώτου τσοπάνη χαιρετά

την έλευση καινούργιας μέρας.

Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει

για να πατήσει στον ρυθμό του,

κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά…

 

Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές

έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,

κι αρχινάει μετά να ψάχνει

σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές

ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο-

έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει

όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.

 

Ήδη στο θρόνο του ο βασιλιάς

του φωτός έχει καθήσει

μ’ ένα βουητό ζωής

το πήγαινε – έλα  μυριάδων ακτίνων,

που ξύπνησαν το καθετί

που μοίρασαν το χρώμα,

έτσι όπως πάντοτε

δουλειά γνωστή τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.  Βιότοπος

 

Σκληρό τοπίο αιώνιο

σε δειλινό περίβλημα φωτός,

ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα

που πρωτονόμασαν τη βροχή,

το σύννεφο, το νερό.

 

Βράδυασε. Γυρνούν στα σπίτια

μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,

τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια

τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες

και το δέρμα που δέχτηκε

το ρίγος του πρωινού

και του μεσημεριού τις βελόνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.   Μές στο νερό

 

Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό

σαν πράσινι φύκι κι αισθάνεσαι

το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.

Μα το δειλινό το δειλινό

που οι πρώτες σκιές καλούν εις οίκον –

σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη

γραμμή

κρυφοκοιτάζοντας

παράξενα θλιμμένα πίσω .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

δ.   Νόστος

 

Του ποταμιού που αγάπησα, μια στάλα-

σώμα σουπιάς- χρωμάτιζε το νερό

στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.

Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδυα

νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας

μ’ άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.

Σαν χελιδόνι σπάθιζε

τον ουρανό και τον χρόνο

ακροπατώντας στα κοιμισμένα

κεφάλια των γνώριμων βουνών…

 

Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,

τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια

κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια

νερό τ’ αυλάκι.

 

Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι

από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,

σε μια σοφίτα ξενική κάπου

μ’ εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα

παράθυρα

και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ε.   Κοιτίδα μνήμης

 

 

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό

νερό που βγαίνει απ’ το χώμα

αφήνοντάς το να το γαργαλά

παράξενα- σχεδόν μεταφυσικά,

μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους

με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.

Κι εκεί ανάμεσα

στη σαύρα που σέρνεται στη γη

και το φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη

πτήση,

στα σύνορα πάντα

αυτού που θά’ θελες

κι αυτού που πρέπει,

περνά ένα παράπονο το σώμα

ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη

να πέσει σταγόνα:

 

Ποιός κόβει των παιδικών

χρόνων τα δέντρα μας,

διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά

τ’ αγαπημένα φαντάσματα

και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

στ.    Γεράκι

 

Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά

ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,

χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου

να μελετήσω τις αδρές εικόνες

που δέχτηκες μέσ’ τον Ακάμα…

Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι

πάνω στην πεύκη, την αγριελιά

και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,

κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά

στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος

πάνσκοπη πρόθεση και στάση

ν’ απαθανατίσεις

την τραχειά σιλουέτα του-

από του Αρναούτη τη ριζωμένη

μέσα στη θάλασσα σφήνα,

ως την πατρίδα της αργής χελώνας

με χαλί από θάμνα.

 

Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα

την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,

πάνω απ’ τα θεικά λουτρά

μ’ ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη-

τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς

κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις

με μια βουτιά στον αέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                              ζ.   Λουτρά

 

Όταν χρόνο με χρόνο βλέπεις

στην αιωνόβια θύμησή σου,

άδικον ουρανό σ’ άλλη χώρα

τις βροντές του να σπαταλά

σε γλεντοκόπια πλημμύρας-

 

κι εσέ ν’ αποξεχνά

μικρό νησί του νότου

ράχη στο κορμί του Ακάμα…

Στης ξηρασίας το σώμα τότε σκάβεις

μια γούβα και μαζεύεις το δάκρυ

πάνωθε απλώνοντας την κόμη

βοστρύχους πράσινους μιας συκιάς-

πηγή ακριβή των σπλάχνων σου

που συντηρείς στο λιοπύρι,

εκείνο που τσουρουφλίζει τα μέτωπα

και το άλλο της νωπής σκλαβιάς.

 

Μα εσύ όπως καθωσπρέπει Μάνα

στραγγίζεις τη φλέβα και δίνεις

το αίμα ν’ αντέξει η ζωή

μέχρι να ροδίσει το χάραμα.

Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία

από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρουμπί

και ταπεινά δοξάζεις

μια στρογγυλή γούβα νερού –

του τόπου γνήσιο αγίασμα

και της Θεάς οπωσδήποτε

ιερά λουτρά .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η.   Κατάνυξη

 

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση-αντίθετα ίσως,

 

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                                                        

                              θ.  Εγκλείστρα

 

 

Κομμένη στα πλευρά του βουνού

κάθετη κώχη

κάτω από γκρίζες χαρουπιές

που γονατίζουν…

Εδώ μπορείς με τον σουγιά να σκάψεις

κρύπτες βαθειές μέσα στον βράχο,

μπορείς με τ’ αδύναμο κορμί σου

ν’ ανέβεις πέτρινα σκαλιά κατακόρυφα,

για νά’ σαι μόνος

και πιο κοντά Του .

Μα μόνο αν μέσα σου

άναψε φλόγα δυνατή

που πυρώνει τα σπλάχνα,

και πια δεν υπάρχει αναπαμός.

Μόνο αν είδες μια μέρα

τα δυο καματερά μπροστά απ’ το αλέτρι

στη μέση τ’ αγρού

να σταματάν λυπημένα…

 

Δεν έχεις τότε εκλογή.

Παίρνεις όπως εκείνος τον ίσιο δρόμο

παράλληλα στην ακροθαλασσιά

και φτάνεις στην Πάφο,

αφήνοντας πίσω σου νοικοκυριό

και στέφανα μιας μέρας.

Κοιτάζεις ύστερα τα κοντινά βουνά

και το πράσινο σούρσιμο της ποταμιάς

που φέρνει κοντά τους.

Και τέλος-τέλος εκεί

στον κόρφο του Μελισσόβουνου

κρυμμένο στα δέντρα,

καθώς ο παράξενος εκείνος διαβάτης

που λεγόταν Νεόφυτος-

μπορείς κι εσύ να λαξέψεις

την κρύπτη σου

ή την πίστη σου,

και να τη δοξάσεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  Διαλογισμοί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 

α.

 

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

 

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

 

Και λίγο πιο πέρα

απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

 

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τα’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή –

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

 

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

-μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα-

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά-

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ.

 

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

 

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει.

 

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλγος Εσπέρας

 

α.

 

Φωτεινή μια γραμμή

εμπρός του αχνοτρέμει,

με το ρώτημα αν είναι

κι αυτή οπτασία.

Απάντηση μόνη

το πιο ταχύ βήμα,

κι η ανάγκη που νιώθει

πιο καλά να προσέξει

τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,

τον χρόνο στα χέρια

βιαστικής κλεψύδρας.

 

Μα κάπου όταν σκύβοντας

τους ιμάντες να δέσει

-πολύ ακόμα, πολύ

ο κύκλος πριν κλείσει-

βλέπει τη σκόνη να επικάθεται

υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,

 

«όχι, ακόμα» αναφωνεί

με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη

τινάζοντας μακριά του το χώμα.

 

Είναι απόγεμα και παντού

τη γύρω γνωστή επιφάνεια

η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β.

 

Πάνω σε πέτρα κάθησες

να πάρεις ανάσα καθώς είπες.

Ω, τι παράξενη ψυχή,

δεν πρόλαβε στον ίσκιο

το κεφάλι να γείρει

και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα

μές στην αδύνατη στιγμή !

 

Τώρα μια διάθεση αόριστη

τον πρότερο μόχθο αραιώνει,

του ύπνου στρώνει την κλίνη

το πέλμα του πονεί.                                           .

 

Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται

στα ενδιάμεσα κάποτε

η έφεσή του σαν λυγίζει,

μια παύση άς είναι ένα ξεδίψασμα

ως το πρωϊ.                                                        .

 

Άς χαίρει λοιπόν κι άς ονειρεύεται

των αχναριών τη συνέχεια,

σε ό,τι κι αν τύχει, σε ό,τι συμβεί.

Τ’ αγριόχορτα κοίτα- προς το μέρος του,

δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες

γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο

σε μάταιη κίνηση φυγής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένυλη εμβίωση

 

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας-

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά, σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

 

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο τώρα εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όστρακο

 

Ξάφνου δεν είσαι πια ευτυχής,

ξάφνου αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

 

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια,

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο…

Ώσπου τ’ αφήνεις στην πρώτη στροφή-

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακό σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα,

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπό της κάθε μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταξίδι εντός μας

 

Μοίρα μας να ταξιδεύουμε

σαν δέντρα με βαθιές ρίζες

σε υπόγεια νερά…Ίδια όπως

με το λυχνάρι μια ζωή

ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα,

σαλπάρουμε κι εμείς

σε θάλασσα άσπρο χαρτί

γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.

 

Ταξίδι – εμπύρετη έφεση

ψυχών που άλλα γυρεύουν,

έσχατη επιθυμία της φτέρνας

που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα…

Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί

κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο,

 

δέχεται η ψυχή

την περίκλειστη μοίρα της

απαλύνοντάς την

στο κύμα στον άνεμο

ρίχνοντας σπόρους,

παρόμοια όπως

δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς,

κι ο ποιητής ετοιμάζεται

για τον επόμενο στίχο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαύρο πουλί

 

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

 

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαριάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μάς ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

 

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά,

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από μια κλωστή

 

Από μια κλωστή ίσως κρέμεται

η χαρά μας κι η λύπη-

αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας

φαινομενικά αειθαλή.

 

Ανέμισμα φτερούγας κάποτε

πάνω απ’ τον ύπνο μας περνά,

ρίχνοντας ίσκιο βαρύ.

 

Μη σκιάζεσαι τότε μην  απελπίζεσαι

γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις

κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα

που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,

για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό

πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα

τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες

δάκρυα της Παναγίας…

 

Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται

το σχήμα των χειλιών και το χρώμα

της επόμενης μέρας,

την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα

και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών

πάνω από κάθε τέφρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελική ευθεία

 

Ας  διαπλεύσει το κορμί

των εκβολών το δέλτα,

μες στην αγρύπνια ας κρατηθεί

προτού λυγίσει

κατά το τέρμα.

 

Με πέντε αισθήσεις στήθηκε

η καθημερινή πανδαισία-

ω, τί χαρά, ω, τί γιορτή,

στα μάτια συνωστίζονται, στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρμα

τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!

 

Αργά – αργά περιστρέφεται

η σφαίρα της γης,

ίδια παιδικό παιγνίδι…

Κι άτακτα δεξιά ζερβά

μυρίζοντας το καθετί

ανήσυχα εντοπίζεις,

τον χρόνο να τραβά τα λουριά

στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.

 

Τότε μπορείς να βυθιστείς

στο δάκρυ που διστάζει ακόμα,

και τη φθορά ν’ αντικρύσεις-

καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά

κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης,

κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά…

 

Κι η μνήμη αρχίζει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα νησί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επεισόδιο

 

Απότομος χειμώνας μπήκε

στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,

προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα

του ανέτοιμου ποδιού

πάνω από φύλλα σκόρπια

φθινοπωρινά.

 

Ευαίσθητη η ψυχή

και θέλει χρόνο,

λίγο προαύλι

ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,

για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει

από το ένα στο άλλο κλαρί.

 

Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο χειμώνας

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

 

 

 

α.

 

Κωφεύεις

στη φωνή της μοίρας

όσο τ’ αντέχεις

σιγά – σιγά,

 

και μια μέρα

ούτε που ξέρεις

ποιο δρόμο να πάρεις

κι εύκολα ξεχνάς

πού είναι η πλώρη

πού είναι η πρύμνη,

 

σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια

πολλούς δείκτες στη θάλασσα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

β΄

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

 

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου –

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

 

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί-χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μνήμη

 

Γυναίκες – μορφές  ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

 

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προσμονή

 

Κρυφή μου στέρνα  της ψυχής

γέμισε χόρτο

το σώμα σου πυκνό,

μα δεν φυτρώνει λησμοσύνη.

 

Βάτος- θεριό τα γένια μου

άδεια σπηλιά το βλέμμα μου,

και περπατώ σαν μούλα

στον ίδιο κύκλο πού’ θρεψε

η προσμονή- ξερό πηγάδι.

 

Χρόνους οχτώ παιδεύομαι

κι αναζητώ σαν τη γοργόνα,

τα κύματα ξαναρωτώντας

που πέρασαν απ’ την Κερύνεια

και του Πενταδάκτυλου τα πουλιά

που πετούν προς το νότο…

 

Αν είδαν τον χαμένο γιο

να περπατά τη νύχτα

να κρύβεται τη μέρα,

νά’ χει θητεία στον θάνατο

χρόνους οχτώ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυάγιο «Κερύνεια»

 

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

 

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

 

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία-

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια

 

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 

 

1982

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φάρος

 

Έχεις ένα μάτι νυσταγμένο

κι ένα βλέφαρο ολοένα πιο βαρύ,

ωσάν η συνήθεια να σού’ γινε δέρμα

και πιο πολύ ακόμα, ίσως ψυχή.

Τα καράβια – τα παιδιά σου σκόρπισαν

σ’ άλλες ρότες, ενηλικιώθηκαν πια

κι εσύ ακόμα τους κουνάς μαντήλι.

 

Μα πώς ν’ αλλάξει τη ζωή του τώρα

ένας φάρος ή ο,τιδήποτε άλλο,

ακολουθώντας τον ρυθμό του αιώνα!

Στέκει σαν Κύκλωπας στην Κάτω Πάφο

δήθεν κοιτάζοντας τη θάλασσα,

με τεντωμένα κρυφά τ’ αυτιά

στο άλλο τοπίο την άλλη ώρα.

Γιατί με το σούρουπο δειλά – δειλά

μες στο μισόφωτο τ’ αρχαία χαλάσματα,

στα επιστρώματα της σιωπής ανοίγεται

η πρώτη ραγισματιά.

Κι αφού η πόλη κοιμάται

η πόλη που ξοδεύεται τόσο εφήμερα,

αυτός κοιτάζει μην τον βλέπει κανένας

και κλείνει με νόημα το μάτι

στον κήρυκα και τον ιερέα –

 

και το πλήθος ξάφνου κινείται

στου αρχαίου Ωδείου την κερκίδα,

όπου παίζεται το αιώνιο δράμα

της πατρίδας ξανά και ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάφιοι ποιητές μετά το 60 – Γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης

Πάφιοι ποιητές μετά το 60 (γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ) –
Σε ειδικό αφιέρωμα της φθινοπωρινής ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ για την Κυπριακή ποίηση
******************************
Η πρώτη αξιόλογη ποίηση σε σύγχρονο στίχο, που είδε το φως της δημοσιότητας στην Πάφο μετά την Ανεξαρτησία, είναι το «Ενδοσκόπιο»( 1961) του Σοφοκλή Λαζάρου (αντηχούσαν ακό μα εκ βάθους χρόνου οι στίχοι του βάρδου της  Κυπριακής ελευθερίας  ήρωα Ευαγόρα
Παλληκαρίδη:

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια,
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη λευτεριά…)

Μ’ αυτό το  ιστορικό φόντο λίγο πιο πίσω, εκδόθηκε η συλλογή «Ενδοσκόπιο», μια ποίηση που με τους τρόπους της- λυρική καθαρότητα, ελλειπτικότητα, σουρεαλιστική τόλμη- τράβη- ξε αμέσως την προσοχή της κριτικής κι επαινέθηκε για την αισθητική της αξία. Είχε κυκλοφο- ρήσει τρία χρόνια πρωτύτερα o προδρομικός «Ανήφορος», χωρίς να προσεχτεί ιδιαίτερα. Για την εποχή εκείνη- και όχι μόνο- στίχοι όπως οι ακόλουθοι (από το ποίημα «Η Πέτρα»), έκα-ναν αίσθηση:

Η γυμνή πέτρα ασπράδι ματιού που ξέχασε
Να δει τα μυστικά του κάμπου την αυγή
Σκοτώνει την επιθυμία να γιατρευτείς από τον τόπο σου.
Το φως, έπεσε απάνω της βαρύ.
Δεν το σκοτώνεις με χιλιάδες μαχαιριές
Δεν το σηκώνεις με χιλιάδες χέρια.

Όσο κι αν άλλαξαν στο μεταξύ πολλά πράγματα, πιστεύω ακόμη και σήμερα ότι το ποίημά   του αυτό της πρώτης εκείνης αισθητηριακής και πηγαίας πρόσληψης του κόσμου, είναι από τα αρτιότερα του Σοφοκλή Λαζάρου. Καμμιά έννοια και κανένας υψιπετής στοχασμός δεν μας παίρνει απ’ ευθείας από το χέρι, χωρίς να γίνει πρώτα εικόνα, μεταφορά και αίσθηση ζωής. Η λιτότητα δεν συγχέεται με την απλοϊκότητα, η ελλειπτικότητα δεν αναιρεί την εκφρα στική καθαρότητα. Άλλα σημαντικά ποιητικά βιβλία του Σοφοκλή Λαζάρου, γραμμένα σε αραιά διαστήματα και με μεταφυσικές πλέον αναζητήσεις, είναι η «Επιστροφή», 1981, το «Ένδον πορευόμενος»1988, οι «Καταγραφές» 1993 – και το όψιμο «Φυσάει Βοριάς», 2000.
Ο Νάσος Φλόγας (φιλολογικό ψευδώνυμο του εκπαιδευτικού Τάκη Χαραλαμπίδη) είναι το δεύτερο ανάστημα στο σύγχρονο ποιητικό στερέωμα της Πάφου, που εμφανίζεται εκδοτικά αρχές της 10- ετίας του 60. Αντισυμβατικός στον λόγο του και ανατρεπτικός εξ ιδιοσυγκρασίας, ενσταλάζει εν τούτοις στους στίχους του ουμανισμό και μοναδική λυρική ευαισθησία. Στα παραδοσιακά ιδιαίτερα και πιο προσωπικά του ποιήματά,
κατορθώνει απέριττους και συγκινησιακά δραστικούς στίχους. Έχει εκδόσει δέκα τόσα ποιητικά βιβλία, τα περισσότερα  σε μεικτή ή ελεύθερη τεχνοτροπία. Η έμπνευσή του σε πιο σύνθετες και πολύστιχες δημιουργίες προχωρεί με νευρώδη, γοργό ρυθμό και με χαρακτηριστική κάθε τόσο επωδό κλιμακούμενης έντασης.

Η μοίρα μας
αδύνατη ματιά
μέσα στους κάχτους.
Η μοίρα μας
φύλλο ρηχό,
φύλλο φτωχό,
στον παιδεμό
του ανέμου
.
                       ( από τον «Μονόλογο του Μεσονυχτίου» 1972)

Ο Νάσος Φλόγας κατέθεσε ποιητικό έργο διακινούμενος μορφικά ανάμεσα στην  παραδοσιακή και τη σύγχρονη ποίηση. Αποδείχτηκε και στις δυο τεχνοτροπίες καλός τεχνίτης και ουσιαστικός δημιουργός.

Η Μυριάνθη Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου είναι η τρίτη ποιητική φυσιογνωμία  της δεκαετίας του 60, με καθαρά Παφίτικες καταβολές. Χωρίς ακόμα να έχει εκδόσει, εμφανίστηκε στον λογοτεχνικό περιοδικό τύπο σχετικά νωρίς. Έμελλε να εξελιχθεί στη συνέχεια στην πιο πολυσχιδή  περίπτωση Παφίου λογοτέχνη. Αυθεντική και πηγαία στην έμπνευση και την ιδιοσυγκρασία, με καλλιτεχνικό υπόβαθρο βαθιά λαϊκό κι απευθείας εμπειρίες από την  ιστορία και τους αγώνες του τόπου, η Μυριάνθη ενορχήστρωσε το σύνολο των εκδόσεων της σ’ ένα έργο πολύτροπο και πολυφωνικό: Ποίηση φιλοπατρίας  με συγκρατημένο το λυρικό στοιχείο («Επιστροφή»),   λυρικο-επική αργότερα σύνθεση με αναδρομή στον χρόνο και την ιστορία ( «Άχρονη Φύση» 1988), τρυφερή συγκινητική ελεγεία στο «Γράμμα στον Αγνοούμενο», 1997, και η βραβευμένη συλλογή «Στον κρατήρα του Ήλιου», με ένταση ευαισθησίας και  ψυχή πανέτοιμη ν’ αναμετρηθεί με τις μεγάλες υπαρξιακές προκλήσεις. Και όλα αυτά ενώ παράλληλα η ποιήτρια, έχοντας ανεξάντλητα δημιουργικά αποθέματα, εκδίδει σειράν βραβευμένων ποιητικών βιβλίων για μικρά παιδιά, για μεγάλα παιδιά αλλά και ποιήματα για εφήβους. Να σημειώσουμε ακόμα τις εκδόσεις με την αναγνωρισμένα αξιόλογη ποίησή της στην Κυπριακή διάλεκτο.
Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μυριάνθης, με τον τίτλο «Άριες του περασμένου Καλοκαιριού», έκδ.2007, συνιστά ένα αυθεντικό ανάβρυσμα της λυρικής της ιδιοσυγκρασίας. Αποτελεί ένα αρτεσιανής εκροής δημιουργικό συναπάντημα πρωτογενών βιωματικών παραστάσεων, με φόντο τη ζωή που γέρνει πλέον στη δύση της.

Έλα

Η νύχτα πήζει τώρα
ώρα την ώρα τα σκοτάδια της
άδεια της ειμαρμένης τα χαμόγελα
Έλα, μου γνέφουν οι ωραίοι αγαπημένοι
Μένει το ναι στα χείλη μου να κρέμεται
τεφρή κατάφαση
ύστατο σέλας θανάτου.
( «Άριες του περασμένου Καλοκαιριού»)  

Η Ντία Καστρίνιου, γεννημένη το 1936, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές τη δεκαετία του 70. Η ποίησή της σ’ ελεύθερο τρυφερό και λιτό στίχο, διαπνέεται από φιλειρηνικό και ανθρωπι- στικό πνεύμα. Δίνω ένα απόσπασμα από το ποίημα «ΑΡΡΥΘΜΕΣ ΩΡΕΣ» (συλλογή «Οδύνες και Φως»1973):

Άμετρες ώρες,
επίμονα μετρούν την άβυσσο των τύψεων
και τα πουλιά της θύμησης
περίτρομα μαζέψαν τα φτερά τους,
κι όλα τριγύρω μας ψυχορραγούν
σ’ άρρυθμες, ατέλειωτες ώρες.

Από την Πάφο κατάγεται και ο φιλόλογος-ποιητής Γιώργος Ρουσής που μετά τις Πανεπιστημιακές του σπουδές έμεινε μόνιμα στην Αθήνα, όπου κι εργάστηκε στην Μέση εκπαίδευση για πολλά χρόνια. Με το πρώτο ποιητικό του βιβλίο  ΒΗΜΑΤΑ ( έκδ. 1966 ) καταθέτει ώριμο, κλασικό στην εκφραστική καθαρότητα λόγο,με μακρά ποιήματα συνθετικής δομής και ανάπτυξης. Με στέρεη φιλολογική κατάρτιση και δημιουργική αφομοίωση της διαχρονικής Ελληνικής κληρονομιάς, ο Ρουσής εντυπωσιάζει θετικά με την αρμονική σύμμειξη του αφηγηματικού, του δραματικού και του λυρικού στίχου, στοιχεία που προσδίνουν στην ποίησή του υποβλητικότητα και αρτιότητα εκφραστική.

Άδεια πόλη, οι δρόμοι σου όλοι με οδηγούν στη μοναξιά
και τα κλειστά σου σπίτια μου θυμίζουν την πατρίδα.
Τον ουρανό τον έχασα και δέχτηκα να λησμονήσω
τ’ αστέρια, μα τους ανθρώπους που αγαπάς δεν συγχωρείς.
Ένα καλύβι είν’ αρκετό κι ένα λυχνάρι
σαν έρθει η νύχτα. Μα στον ύπνο τη γαλήνη πώς να βρείς;
                                                                     ( ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ, από την ομώνυμη συλλογή)

Ο Γιώργος Ρουσής εξέδωσε ακόμα τέσσερεις ποιητικές συλλογές, στις οποίες το στίγμα του λόγου και της ποιητικής του επιβεβαιώνονται, χωρίς ανατροπές και μετεξελίξεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ, έκδ. 2005, ποιητικές προσωπογραφίες ιστορικών προσώπων από την αρχαιότητα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 70  εμφανίζεται ο Αντώνης Πιλλάς, ένας ποιητής  sui gene- ris, με ανεξάντλητο λυρικό απόθεμα και μια πορεία που τον οδήγησε μέσα από ποικίλες φόρμες και πολλαπλές επιδράσεις, στις ωριμότερες και προσωπικότερες ποιητικές συλλογές της δεκαετίας του 90 και μετά. Στην όψιμη αυτή περίοδο έδωσε αρκετά δείγματα πυκνής, πολύσημης  γραφής, που αντέχουν αξιολογικά στο αυστηρότερο αισθητικό νυστέρι. Τον χαρακτήρισα κάποτε ως ποιητή της ένυλης μεταφυσικής, μιας μεταφυσικής που μορφοποιείται ποιητικά με την αίσθηση της απώλειας  μιας ονειρικής πραγματικότητας.

…Ω, ν’ άδειαζα
απ’ την καρδιά μου το σκοτάδι,
τα χέρια μου απ’ το κάθε μάταιο βάρος
και σαν πουλιά ορφανά να τα ύψωνα σε Σένα!

Στον Αντώνη Πιλλά το θρησκευτικό αίσθημα παρουσιάζεται έμμεσο και εικονοποιημένο, παίρνει δηλαδή υπόσταση εμπράγματη. Σ’ αυτή την ώριμη περίοδο θα δουν το φως της δημοσιότητας, όπως ανέφερα παραπάνω, μερικά από τα αρτιότερα συνθέματά του,  έχοντας μ’ αυτά για πάντα υπερβεί το παλιό εκείνο στίγμα του τελευταίου παραδοσιακού, που του είχαν προσάψει σε αρχική φάση.

Ο Χριστάκης Πισιάρας, αποβιώσας το 1990, έγραψε ποίηση, σε πρώτη φάση ιδεολογικής αιχμής, παράλληλα όμως και τέτοια στον αστερισμό του πρώτου Ελύτη (Διαμαρτυρίες, 1973, Ποιήματα 1985 ). Με σαφώς σουρεαλιστική γραμμή και έντονο φυσιοκρατικό φόντο στις πρώτες δημιουργίες του, πέρασε στη συνέχεια σε επιγραμματικότερους κι εκφραστικά λιτότερους στίχους, όπου ίσως και λόγω επαγγέλματος (ψυχίατρος) ξανοίχτηκε σε χώρους του διαλογισμού και της Παραψυχολογίας. Εκεί που η προσπάθεια υπερβαίνει τις δομές και τα μέσα τού καλλιτεχνικά ακατέργαστου εντυπωσιασμού, σε δείγματα δηλαδή όπου η ποιητική μετάπλαση είναι επαρκής, ο Πισιάρας μας δίνει πυκνούς, κοινωνικά και ψυχογραφικά καίριους στίχους.

Στους σύγχρονους Πάφιους ποιητές ανήκει δίχως άλλο και ο εκπαιδευτικός Νίκος Πενταράς, παρόλο που λόγω επαγγέλματος κρατήθηκε κατά το πλείστον εκτός Πάφου. Στην ποίηση κατέγραψε αρκετές συλλογές, με πρώτη τις « Ώρες πολέμου» 1975, και τελευταία – έννατη στη σειρά – την ποιητική συλλογή «Με φόντο Φθινοπωρινό», 2015.
Ο Πενταράς θήτευσε στην ποίηση με αφοσίωση και χωρίς διακοπή, δίνοντας εξελικτικά επαρκές και πλούσιο έργο. Με παραδοσιακούς ή και μεικτούς ρυθμούς στην αρχή, επεξεργάζεται στη συνέχεια κι εμβαθύνει δημιουργικά στον ελεύθερο στίχο, με αποτέλεσμα μια ενδιαφέρουσα και πλούσια συγκομιδή.

ΑΝΟΜΒΡΙΑ

Στείρα βρύση
στεγνό πηγάδι
και πετρωμένος ουρανός.

Στην άδεια στέρνα
τα περιστέρια
ραμφίζουν το κενό.
                              («Η Τρίτη απόφαση,1988»)

Ο πιο ολιγογράφος στον ελεύθερο στίχο ποιητής της Πάφου, είναι αναμφίβολα ο Κώστας Αρμεύτης. Σε νεαρή ηλικία (23 χρονών) δημοσίευσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τον ηχηρό τίτλο «Θα φωνάξω στο άπειρο στάσου!»,έκδ. 1973.  Ήταν περισσότερο μια ποίηση «αρχή και τέρμα» για την περίπτωσή του, μια ποίηση λιτή πυκνή κι ώριμη, παρά μια πρωτόλεια εμφάνιση. Είκοσι χρόνια αργότερα, όταν θα επανεμφανιστεί, θα επανεφέρει ένα μέρος των παλιών εκείνων σύντομων ποιημάτων του, μαζί με κάποια καινούργια που μπόρεσε στο μεταξύ με προφανή δυστοκία να καταγράψει. Ο Κώστας Αρμεύτης είναι τεχνίτης της πυκνότητας και οικονομίας του στίχου, αφού συμπιέζει την έκφραση μέχρι τα έσχατα όρια, χωρίς ν’ αφήνει συνήθως να περισσεύει ούτε λέξη. Έχω την εντύπωση όμως, ότι αυτή η εκφραστική αυστηρότητα και οξύτητα είναι κι η βαθύτερη αιτία της ποιητικής δυστοκίας του. Με λιγοστούς μόνο στίχους φτάνει έγκαιρα κάθε φορά στην πληρότητα, χωρίς περαιτέρω υπόλοιπα επέκτασης των εμπνεύσεων του.

Η ανατομία του Θεού

Αγάπη,
πληγή που όταν πας να κλείσεις
μ’ ένα μαχαίρι σε σκαλίζω…

Περισότερο γνωστός ως μελετητής και εκπαιδευτικός της Μέσης εκπαίδευσης, ο Χρύσανθος Κακογιάννης ασχολήθηκε όψιμα με την ποίηση, εκδίδοντας τις συλλογές «Στόνοι», 1983, και «Διάσταση»,1989. Με δεδομένη τη φιλολογική και κλασική του παιδεία, τα ποιήματά του  – άνκαι συνήθως πατριωτικά και φυσιολατρικά – διαπνέονται από μελαγχολία και απογοήτευση για την τρέχουσα πραγματικότητα. Ο στίχος του έντονα νοσταλγικός, αδυνατίζει αισθητικά από τη ροπή στη μεγαλοστομία, τον ρητορισμό και την κυριολεκτική συχνά διατύπωση. Ένα σαφώς καλύτερο αποτέλεσμα πετυχαίνει σε προσωπικότερες, με συγκινησιακή φόρτιση στιγμές, όπου γίνεται χαμηλόφωνος και τρυφερός.
Ο Νεόφυτος Παπαλαζάρου, γεννημένος το 60, είναι κατεξοχήν ποιητής της μετα-εισβολικής περιόδου. Με τέσσερεις ποιητικές συλλογές (η πρώτη «Ματωμένες μνήμες», 1986, η τελευταία «Η ηλικία των δέντρων», 2012 ), συγκινείται και στοχάζεται λυρικά με τα βιώματα και τα συμβάντα μιας τραγικής για την πατρίδα μας περιόδου. Οι στίχοι του λιτοί και με εκφραστική καθαρότητα αποπνέουν πόνο ψυχής και πίστη για ειρήνη στον κόσμο.

Σε περιμένουμε
κοιτάζουμε αντίπερα την άκρη του δρόμου
κρυφακούμε το θρόϊσμα των θάμνων.
Στο τραπέζι για το δείπνο η καρέκλα σου άδεια,
το κοστούμι σου σιδερωμένο,
τα βιβλία ανοιχτά σε περιμένουν,
ο ύπνος μας λείπει
κι η ελπίδα, τυλιγμένο αδράχτι.
Σε περιμένουμε!
  

Η καθαυτό ποιητική παραγωγή του γιατρού Ανδρέα Πετρίδη, η εκδοτική τουλάχιστον,  συμπίπτει με την ίδρυση της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου, το έτος 1989.
Τη χρονιά αυτή εξέδωσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δωρική γραμμή». Ακολούθησαν οι «Αργοί σταλακτίτες», «Νόστου και Φυγής» και το «Εντόπιο Ρίγος»,2014, μια περίοδος σχετικής ολιγογραφίας εικοσιπέντε τόσων χρόνων. Ασχολήθηκε επίσης δημιουργικά με τη μετάφραση (Μπρεχτ, Ρίλκε) και το λογοτεχνικό κριτικό δοκίμιο. Αφήνω ένα σύντομο σχολιασμό στους Γ.Κεχαγιόγλου-Λ. Παπαλεοντίου, όπως καταγράφεται στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (2010): Δεν φαίνεται καθόλου τυχαίο, το ότι μετέφρασε στα Ελληνικά αρκετά ποιήματα του Ρ.Μ. Ρίλκε, σημαντικού εκπροσώπου του συμβολισμού και της καθαρής ποίησης…Με έντονη εικονοπλασία, που έχει συνδεθεί με την πρώτη φάση της ποίησης του Ελύτη, στοιχειοθετείται ο ταπεινός κόσμος της καθημερινότητας και του Κυπριακού τοπίου, για να εξαχθούν τα μεγάλα θέματα της ζωής μέσω μιας υπαινικτικής γλώσσας. Σταδιακά, κυρίως στην πιο πρόσφατη δουλειά του, ο Πετρίδης κατορθώνει να καλλιεργήσει έναν πιο ουσιαστικό λόγο, που αφενός τείνει στην αφαίρεση και τη συμπύκνωση, αφετέρου διατηρεί την επαφή με τα πράγματα.

Μια κατάνυξη

Περπατώντας ξανά
στον δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα,
χωρίς κάποια πρόθεση – αντίθετα ίσως,
ξυπνά μια κατάνυξη από ένα
σαπισμένο που πέφτει καρύδι,
μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,
που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα
και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο
της μνήμης θρουμπί.

Στην Πάφο έζησε επίσης πολλά χρόνια κι ανδρώθηκε ως ποιητής ο επίσης γιατρός και μεταφραστής γερμανικής ποίησης Δημήτρης Γκότσης. Απεδείχθη πολυγραφότατος, αφού εξέδωσε από το 1989 που πρωτοεμφανίστηκε ( Έστωρ ), πάνω από 10 ποιητικά βιβλία. Είχα γράψει σε σχετικό κείμενό μου για την ποίηση του Γκότση:

Κοντολογίς, από το βιβλίο του «Της Ευφρόνης» και μετά, αρχίζει ν’ αποβάλλει σ’ ένα βαθμό προηγού- μενές του αδυναμίες φυγόκεντρων ενατενίσεων κι επιτυγχάνει μια πιο καίρια και πιο εύστοχη συμβο- λιστική. Ξεφεύγει από τον εγκλωβισμό του υποκειμενικού και συμπίπτει ευκρινέστερα με το συλλογι- κά αναγνωρίσιμο…Οι στίχοι ή μικρές ομάδες στίχων προβάλλουν με κρυστάλλινη διαύγεια και με φόντο ένα υπαρξιακά δραματικό κλίμα. Αρμονικές εναλλαγές ρυθμού και εικόνων διαπερνούν την αυστηρή γλωσσική επιφάνεια κι αγγίζουν τη ψυχή του αναγνώστη με τη ζεστασιά μιας εκλεκτικής ανθρώπινης ανάσας.

 

Κήπος στη νύχτα ( απόσπασμα)

Έχεις χαρά μέσα στον κήπο,

όταν ακόμη και στη νύχτα ανασαίνει.

 

Μπορεί τα δέντρα του

να παρασταίνουν σφάλματά σου,

βαρειές σκιές, που στέλνουν τον ορίζοντα

πιο γρήγορα στο βράδυ.

Μπορεί και τα φυλλώματα

να μοιάζουν μ’ άφαντη παλάμη

για τους ανέμους ή τ’ αστέρια

                       που σε παίδεψαν.
                                        ( «Της Ευφρόνης», 2001)

 

 

Η Αθηνά Χαραλαμπίδου,  με τέσσερεις ποιητικές συλλογές μέχρι σήμερα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Παφίτικης λογοτεχνικής ομάδας. Τρυφερή και ουμανιστική στα πρώτα ποιήματα («Εκείνο τον Απρίλη» 87, «Παρά θίνα θαλάσσης» 97),  χορική στη σύνθεση «Κινύρας Βασιλιάς και Ιεροφάντης», 2005, νοσταλγικά βιωματική στην τελευταία συλλογή «Φωτερές ή θολερές όλες δικές μας» 2015.

Οι σκέψεις παίζουν θλιμμένες φυσαρμόνικα
καλούν απεγνωσμένα την αγάπη,
ποιους να ζεσταίνει άραγε τώρα;
Οι σκέψεις εκπέμπουν φως
να βρει τον δρόμο ο έρωτας
και νά’ ρθει. Ποια σώματα να καίει άραγε τώρα;
                                            (Distruttivo Tempo IV, απόσπασμα»)

Η Ζέλεια Γρηγορίου,  με μόνιμη διαμονή τη Λευκωσία, γεννήθηκε στη Τσάδα της Πάφου κι εξέδωσε τα πρώτα 2 ποιητικά της βιβλία αρχές της δεκαετίας του 90, όντας τότε ενεργό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου. Η ποιότητα των στίχων της προσέχτηκε ήδη από την πρώτη ποιητική συλλογή «Κοραλλιογενής», η οποία πήρε βραβείο νέου λογοτέχνη για το 1993. Η ποίηση της Ζέλειας είναι εξαρχής τεχνικά ώριμη, μεταμοντερνιστική εν πολλοίς και με διακριτή την ενδοκειμενική επικοινωνία με νεοτερικά ρεύματα της Αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας. Στη θεματική της, ιδιαίτερα στα πρώτα ποιητικά βιβλία, κυριαρχεί η σπουδή στο ερωτικό σώμα και μια τολμηρή κάποτε ρεαλιστική εκφραστική, που δίνει προσωπικό ύφος και ενδιαφέρον στη λυρική της αφήγηση. Στην τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο «ΤΑ ΠΟΥΝΤΟΛ ΤΗΣ ΛΟΝΤΕΒ», η Ζέλεια Γρηγορίου ξανοίγεται πέραν του στενά ιδιωτικού χώρου, σε συνάφεια με προκλήσεις κι αδιέξοδα της μονοδρομικά τεχνοκρατικής κοινωνίας.

Πολυγράφος ποιητής, αλλά κι εξαίρετος μουσικός και συνθέτης, είναι ο Ανδρέας Αρτέμης, γεννημένος το 1962. Η εν Πάφω ποιητική του εμφάνιση (είχαν προηγηθεί 2 άλλα ποιητικά βιβλία) αρχίζει με τη συλλογή «Αναφλέξεις Εικονολατρείας», 1988, τιμητική έκδοση του Αθη- ναϊκού περιοδικού «Αλεξίσφαιρο». Ακολουθεί, παράλληλα με εντυπωσιακή μουσική δημι- ουργία, μια πλούσια κατάθεση άλλων 6 ποιητικών συλλογών, επιπρόσθετα μελοποιήσεις στίχων ( Μελίσματα ήχων από ιστορίες αγγέλων – 2005, «Όταν τα σύννεφα κατέβηκαν στη γη»-2007 ). Στις αρετές της ποίησης του Ανδρέα Αρτέμη συγκαταλέγονται  η εικονοπλαστική τόλμη και ο  σουρεαλιστικός δυναμισμός του. Ο στίχος του αδυνατίζει και θολώνει μόνο, όταν η έκφραση γέρνει περισσότερο σε λεκτικές τόλμες ή στην υπερβολική χρήση αφηρημένων, ποιητικά αδρανών  ουσιαστικών. Σ’ ευάριθμες φυσικά περιπτώσεις επιτυγχάνεται μια αρμονική ισορροπία, με αποτέλεσμα ευτυχείς στο αισθητικό αποτέλεσμα  δημιουργίες.

Ο Αρτέμης Αντωνίου εμφανίστηκε ποιητικά λίγο μετά την Τουρκική εισβολή (1974), κατά την οποία συνελήφθη αιχμάλωτος.Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και την πρώτη ποιητική συλλογή του, τα «Χαλάσματα κι ελπίδες», σ’ ένα κλίμα ρεαλιστικού ουμανισμού και φιλειρηνικής διάθεσης. Αργά και σταθερά στη συνέχεια καλλιεργεί και κατακτά το ίδιον της ιδιοσυγκρασίας του λιτό και ολιγόστιχο ποίημα, που του αποφέρει συνολικά άλλες 7 ποιητικές συλλογές. Η συνεχής επεξεργασία του αρχικού μορφικού πυρήνα βοηθά τον Αρτέμη Αντωνίου να φτάνει σ’ ένα εκφραστικά λιτό κι επιγραμματικό αποτέλεσμα, με θεματική επικέντρωση την κριτική προσέγγιση του κοινωνικού περίγυρου και της ιστορίας. Η έμπνευσή του διαποτίζεται πάντα από ένα βαθιά λαϊκό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Ο αρχιτέκτονας Βαγγέλης Μαυρονικόλας έκανε την πρώτη του ποιητική παρουσία το 1990, με τη συλλογή «Αυτογνωσία». Πολυπράγμων και πολυτάλαντος (αρχιτεκτονικό σχέδιο, γλυπτική, φωτογραφία εσχάτως), ο Βαγγέλης θα συμπληρώσει με τις επόμενες του εκδόσεις ( τελευταία «Τίκβα»,2015), ένα ποιητικό κύκλο πολλαπλών μορφολογικών και υπαρξιακών αναζητήσεων. Η ποίησή του νευρώδης και στη δομή της εξελικτική, αναπτύσσεται με αλλεπάλληλες συχνά κινήσεις, που συνθέτουν οργανικά την ολότητα της σύλληψης. Μια τάση αφηγηματικότητας ανήκει στις αδύνατες πλευρές της ποίησής του. Παρόλο που η συντελούμενη ποιητική λειτουργία στον Βαγγέλη Μαυρονικόλα εκπέμπει ενίοτε μια αγχοτική αύρα – με στίχους ή ομάδες στίχων να μην έχουν πάντα επαρκώς συμπυκνωθεί, ο ποιητής διαθέτει φαίνεται δυνατότητες με την άσκηση κι εσωτερική να δώσει περισσότερα.

Ο Σωκράτης Γρηγοριάδης, μουσικοδιδάσκαλος, κατάγεται απ’ τη Τσάδα της Πάφου και διαμένει μόνιμα στη Λευκωσία. Πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά το 1989 με την πολυσέλιδη ποιητική συλλογή «Στην κασέλα υπάρχουν χρώματα». Έχω τη γνώμη,  ότι αυτή η λυρική «κασέλα» στάθηκε ένα αδικημένο βιβλίο. Συνιστά μια καλογραμμένη πολυθεματική τοιχογραφία τρυφερά αισθητοποιημένου λόγου, με ποιητική ανάδειξη αισθημάτων, γεγονότων και προβληματισμών απ’ όλο το φάσμα της ανθρώπινης βιωματικής εμπειρίας. Ο ίδιος ποιητής εξέδωσε επίσης τη βραβευμένη συλλογή «Εξόριστη Αφροδίτη»,1991.

Ένας άγγελος στο σκοτάδι

Λίγο ακόμα
θά’ μοιαζα τυφλού
που ανάβλεψε ανέλπιστα
Απρίλη την Άνοιξη.

Αλίμονο.
Αγγέλου μοιάζω
σε πηκτό σκοτάδι
ανυποψίαστο.
(«Στην κασέλα υπάρχουν χρώματα»)

Ο γιατρός Ανδρέας Μαλόρης  είναι κατά κύριον λόγο βραβευμένος διηγηματογράφος, πρωτοεμφανίστηκε όμως λογοτεχνικά ως ποιητής το 1983 («Τα τριάντα ποιήματα»). Ένα τέταρτο του αιώνα μετά (2015), εκδίδει το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο με τον τίτλο «ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ». Ο λόγος του, χωρίς να στερείται διόλου ελλειπτικότητας, ακούεται αντισυμβατικός, με στόχευση απευθείας στον φωτισμό, από μια σύγχρονη σκοπιά, της βαθύτερης ουσίας των πραγμάτων.

ΠΡΙΝ ΠΛΗΜΜΥΡΊΣΕΙΣ

Από τώρα και στο εξής
να κτυπάς την πόρτα πριν
πλημμυρίσεις.

Πώς να διώξω τώρα
τούτη τη θάλασσα
από το καθιστικό της μνήμης;

Ο Θάνος Παπαδόπουλος επανεμφανίστηκε στην ποίηση το 1987, με τη συλλογή «Ελεγεία»  (έγραφε παλαιότερα ως μαθητής στο περιοδικό ΠΝΕΥΜΑ). Ακολούθησε το δεύτερό του ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Δεν και Μηδέν», έκδοση του 1990. Παραθέτω στίχους του από την καθαρά βιωματική «Ελεγεία»(εμπνευσμένη από τον πρόωρο θάνατο της αδελφής του):

Πάνω από τη στέγη του σπιτιού μας
φτερούγισαν οι μαύρες νυχτερίδες
και πώς θ’ απλώσουμε όπως άλλοτε να δροσιστούν
στο φεγγαρόφωτο οι ψυχές μας;
Πάνω από τη στέγη του σπιτιού μας
βαριά ομίχλη διπλομαντάλωσε τη σκέψη μας
και πώς θα βγούμε ν’ αναπνεύσουμε
τις ανταύγειες τ’ ουρανού;

Την πιο ιδιότυπη περίπτωση ανάμεσα στους Πάφιους ποιητές της τελευταίας 25 –ετίας, αποτελεί ο φυσιογνώστης εκπαιδευτικός Ανδρέας Γεωργιάδης. Με πολύ διασταγμό και δυστοκία πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά με τη συλλογή «Ακαριαία», 1990. Προσθέτοντας αργότερα νέα ποιήματα, εξέδωσε το νέο ποιητικό του βιβλίο «Φυσιοδρόμιο», 2002. Απέσπασε μ’ αυτό το Ευρωπαϊκό βραβείο Jean Mone, εκπλήττοντας για τη γρήγορη κι απρόβλεπτη επιτυχία. Επρόκειτο σίγουρα για μια  αμφιλεγόμενη ποίηση. Κατανοώντας τις  επιφυλάξεις πολλών αλλά και διαφωνώντας με απόλυτες και ισοπεδωτικές εκτιμήσεις, είχα γράψει στον σύντομο διαφωτιστικό πρόλογό μου, μεταξύ άλλων τα εξής:

….Δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνει με εκπληκτικό τρόπο μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες κι αισθήματα αναδύονται μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κινείται φυσικά διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική λεκτική ατάκα… Δίνω ένα δείγμα:

Μετάλλαξη

Η ακτιβολία σου
προκάλεσε μετάλλαξη*
στο γονίδιο του έρωτα.
Τον έκανε παράφορο.

Πόσο αισθάνομαι ευτυχής!
Μ’ αλοίμονο, το ξέρω
θά’ ναι θνησιγενής.
*
Μετάλλαξη: τυχαία, συνήθως δυσμενής αλλαγή του γενετικού υλικού

Η Σοφούλα Ευγενίου – Αθηνοδώρου,  από τη Γεροσκήπου της Πάφου, εξέδωσε μέχρι στιγμής μόνο την ποιητική συλλογή «ΕΝ ΑΙΘΡΙΑ – ΦΩΣ», 2001. Ο ποιητικός λόγος της ακούεται συνήθως υποβλητικός, με τον στίχο της να πέφτει λιτός και βαρύς… Κάτι σαν δραματική υπόκρουση σε χορικό βηματισμό, όπως στο ακόλουθο απόσπασμα:

ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ

Κορύβαντες χορεύαν
Τον κόρδακα της εκδίκησης
Οι μάσκες πέφταν
Κομμάτιαζαν κάθε αιδώ
Τ’ άλογα χλιμίντριζαν
Κτυπώντας τα πέταλα
Βουτηγμένα στο αίμα
Στις κολώνες
Της Αγιάς Σοφιάς
Αφήνοντας σημάδια στους αιώνες.

Στη νεώτερη γενιά σύγχρονων Παφίων ποιητών ανήκει δίχως άλλο ο Χαράλαμπος Παπαονησιφόρου,  με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του ( ΑΝΤΙΟ, 2001, «ΜΠΛΕ ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ», 2005, και Η ΡΟΔΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑ, 2012). Η ποίησή του τρυφερή και νοσταλγική, γίνεται στην εξέλιξή της σκληρότερη και απομυθοποιητική. Διακριτή είναι η τάση αμφισβήτησης του καθιερωμένου και καταπιεστικού κοινωνικού κώδικα, με ευδαιμονική ενεργοποίηση  παραστάσεων της πρώτης εκείνης εξιδανικευμένης βιωματικής μνήμης.
Στις αρετές τού ποιητή ανήκουν ο απλός και λιτός λόγος, στις αδυναμίες του η αναλυτική ενίοτε, όχι επαρκώς συμπυκνωμένη λυρική αφήγηση.

ΕΝΟΧΗ

Είμαι η ενοχή
που διασκορπίστηκε πρώτη,
είμαι η αρχή,
που γέννησε ο χρόνος.
Είμαι η στιγμή,
που χάθηκε στη μεγάλη έκρηξη,
είμαι το φως,
που ταλαιπωρεί το σκοτάδι.
Είμαι η αγάπη,
και περιμένω εσένα.  

Mια εξ-αιρετική ως προς τον ανοίκειο τρόπο γραφής ποιητική περίπτωση, αποτελεί ο νέος  σχετικά ποιητής Ιάσωνας Σταυράκης.  Πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή Delirium Tremens, ποίηση περισσότερο αυτόματης γραφής, με πηγή τον παράξενο κόσμο του υποσυνείδητου. Προέκυπταν πολλές κι εύλογες επιφυλάξεις για το αισθητικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης προσπάθειας, αφού η απουσία μιας έλλογης τάξης καταφανώς απέβαινε εις βάρος της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο δυναμισμός εν τούτοις της έμπνευσης και της φαντασίας του ποιητή προοιώνιζαν καλύτερες και αρμονικότερες δημιουργίες, όπως «Το τσίρκο των στοχασμών»,2012, «Απόπειρες Υψώσεως του Ψ», 2013, και «Μηδέν γραμμάρια», 2014.


Στις νέες ποιητικές φυσιογνωμίες της σχετικά πολυάριθμης ομάδας της Πάφου, ανήκει και η Λένια Σοφοκλέους. Έχει εκδόσει δυο σχετικά ολιγοσέλιδες συλλογές ποιημάτων με χαρακτηριστικά λιτό, τρυφερό και απομυθοποιητικό εν πολλοίς στίχο. Η νοσταλγία του αυθεντικού και του γνήσιου γονιμοποιεί αισθητά την έμπνευσή της.

Η αγάπη μου είναι ψίθυρος αχνός
και τρυφερός
που η ηχώ του κατεβαίνει βαθιά
σε δροσερό πηγάδι στη μέση της ερήμου.

( από την «Κόκκινη Κλωστή» αποσπασματικό)        

Addendum
Με συνεχή παρουσία στην παραδοσιακή ποίηση, ο γιατρός Αντώνης Σωτηριάδης (1915 – 2000)         έχει στο ενεργητικό του πάνω από 10 ποιητικές συλλογές, σε μια μακρά περίοδο από το 1960 μέχρι τον θάνατό του. Τα ποιήματά του διακρίνονται από γνήσια πατριδολατρεία και βαθιά αγαπητική σχέση με τον  γενέθλιο χώρο της Πάφου. Ο στίχος του είναι στρωτός και στη ρυθμική του ροή άνετος και μελωδικός. Παραθέτω μια χαρακτηριστική στροφή από την πρώτη ποιητική συλλογή του «Πρώτοι Παλμοί», 1960:

Όποιος χειμώνα πέρασε, χωρίς να νιώσει κρύα,
τη ζέστα του καλοκαιριού και τη δροσιά δεν ξέρει
κι όποιος ποτέ δε βρέθηκε σε ξένα κι άγρια μέρη
δεν ξέρει του σπιτιού καημό, πατρίδας νοσταλγία            

                        ( από το «Πρώτοι Παλμοί»)

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 


 

Ποίηση Ανδρέα Παστελλά – από Ανδρέα Πετρίδη

Η ποιητική κατάθεση του Ανδρέα Παστελλά

 Περιδιαβάζω με άνεση την ποιητική συλλογή Χώρος διασποράς του Ανδρέα Παστελλά, και υφίσταμαι ασμένως τις αισθητικές διακυμάνσεις των ποιημάτων του, που είναι φυσικό να υπάρχουν, έστω κι αν πρόκειται εξαρχής για ένα προσωπικό και ομοιογενές ύφος γραφής. Και όμως το ενδιαφέρον της μέχρι τέλους ανάγνωσης παραμένει αμείωτο, γιατί υπάρχει διαρκώς η αίσθηση μιας ποίησης με δύο πολύ σπουδαίες αρετές: την ουσιαστικότητα και καθαρότητα του εκφραστικού της οργάνου.

Εδώ που άλλοτε αντηχούσαν οι θρήνοι του τυφλωμένου

                                                                        Οιδίποδα

και η ορχήστρα γέμιζε από την απόφαση της Αντιγόνης,

βαθειές ρυτίδες έχει ανοίξει ο καιρός στη γης

κι η θάλασσα κάτω μακρυά

κρατάει γεμάτη σιωπή

τον αντίλαλο από τον πόνο της ανθρώπινης μοίρας.

 Είναι απόσπασμα από το ποίημα «Δειλινό στο θέατρο του Κουρίου», ενδεικτικό για τη λιτή και σαν πέτρα πελεκημένη εκφραστική του. Οι λέξεις έχουν αφ’ εαυτές ένα βάρος, που τους έχει προσδώσει η σωστή καλλιτεχνική επεξεργασία. Το βάρος όμως αυτό ποτέ δεν αυτονομείται, αλλά υπάρχει μόνο σε συνάρτηση με τη γενικότερη σύλληψη και πραγμάτωση.

Κι ήρθαν απ’ το Βορρά κι απ’ το Νοτιά

απ’ την Ανατολή κι από τη Δύση

φρουροί του ονείρου άγνωστοι φίλοι.

Τούτες οι καμπάνες που χτυπούν

σκορπώντας στον αέρα κομμάτια μέταλλο

ποιους ζωντανούς ξυπνούν, ποιους πεθαμένους χαιρετά;

 Ο Ανδρέας Παστελλάς, αν και ολιγογράφος, ανήκει στους δυο-τρεις σημαντικότερους βάρδους του Κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, ενός αγώνα που τελικά δεν ευδοκίμησε όσο αναμενόταν. Ραψωδεί συγκρατημένα, αλλά με βάθος και υποβλητικότητα, τους ήρωες και τα έργα των ημερών εκείνων. Η λύρα του δεν είναι συνήθως συναισθηματική και ρητορική, αφού ελέγχει επαρκώς το υπερχείλισμα της συγκίνησής του, διοχετεύοντάς το με καλλιτεχνικό υπολογισμό σε εύστοχη ποιητική διατύπωση. Σπανιότερα φυσικά παρασύρεται κι αυτός από την αμεσότητα του εκθειαστικού ή κατακριτικού λόγου εις βάρος της υποβολής και υπαινικτικότητας.

Το ποίημα «Χώρος Διασποράς», κάπου στη μέση του βιβλίου και χωρισμένο σε τρία μικρά μέρη, διακρίνεται από καλά επεξεργασμένους στίχους, με διακριτική αναφορά στα τρέχοντα πολιτικο-ιστορικά συμβάντα. Καταθέτω ένα τέτοιο δείγμα:

Φωνές του χτες ριπίζουν τα πεσμένα φύλλα

κίτρινα τα λόγια από την επανάληψη.

Μείναμε αλήθεια τόσο λίγοι σ’ αυτή την έρημη όχθη;

Να λέμε τα ίδια και τα ίδια πράγματα,

να ζεσταίνουμε τα παγωμένα χέρια μας,

βοσκοί της μοναξιάς

πάνω σε μια θρακιά που πάει να σβήσει;

 Το τρίτο μέρος της συλλογής Χώρος Διασποράς, ποιητικολογικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού διευρύνει το θεματολογικό του φάσμα κι αναπτύσσει μια συνθετότερη γραφή. Και τούτο ως προάγγελος των κατοπινών πολύστιχων συνθέσεων του Ανδρέα Παστελλά, όπως «Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974», «Του Χρυσοσώτηρου»  και  «Τυρταίου λόγος επιμνημόσυνος». Επιλέγω από αυτόν τον κύκλο το ακόλουθο τρυφερό κομμάτι:

 Μια κοπέλλα κλαίει απόψε στο θαμπό μου τζάμι

μια λεπτή κορδέλα γύρω στο λαιμό μου,

στην καρδιά μου αφή αγάπης που δεν ήρθε.

Άστρο της αυγής, Παναγία του Γκρέκο,

με του πόνου σου το βρέφος στην αγκάλη

έξω σε μια γλάστρα πνίγεται μια κάμπια,

των ματιών σου οι κύκλοι κοίτα πώς πλαταίνουν.

 Πέρα απ’ τις βροχές αναδύονται ήλιοι

κι είναι οι κάμποι που προσμένουν παπαρούνες

ύφεση στον πόνο που κρατάω βαθιά μου.

 Μια κοπέλλα κλαίει απόψε στο θαμπό μου τζάμι

δυο θολά ποτάμια πνίγουν την καρδιά μου.

 Εκτιμώ πως είναι απ’ τους αρτιότερους στίχους του βιβλίου, ενός ποιητικού βιβλίου που δικαιολογημένα προσέχτηκε και συζητήθηκε στον καιρό του, διατηρώντας το αναγνωστικό του ενδιαφέρον μέχρι σήμερα.

Το δεύτερο και τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Ανδρέα Παστελλά κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μεταθανατίως Αποσχηματισθείς,το 1995.

Θα αναφερθώ κάπως αναλυτικότερα στα επιμέρους ποιήματα, αφού πρόκειται για συλλογή για την οποία δεν μπορεί κάποιος να μιλήσει ομοιόμορφα και ισοπεδωτικά. Τα πρώτα τρία ποιήματα είναι εξαίρετες λυρικο-δραματικές συνθέσεις, με στέρεη δομή και ισορροπημένη ανάπτυξη. Η γνήσια κατασταλαγμένη συγκίνηση ρίχνει επάνω στις λέξεις και εικόνες ένα τραγικό φως, που οδηγεί τον αναγνώστη με δέος και συγκλονισμό στην ψυχική κάθαρση. «Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974» είναι ποίημα λιτού και υποβλητικού λόγου, με θαυμάσια κορυφούμενη ανέλιξη του βασικού αφηγηματικού μύθου. Που στην πραγματικότητα είναι οτιδήποτε άλλο παρά μύθος, αφού αγγίζει άμεσα τη φριχτή σύγχρονη άλωση της πατρίδας μας, κάτω από τα απαθή βλέμματα δικών και ξένων. Η τραγική εδώ persona, που συμβολίζει και το δράμα της Κύπρου, προδομένη κι εγκαταλελειμμένη από άφρονες ηγέτες του μητροπολιτικού Ελληνισμού, εμφανίζεται στο κέντρο της Αθήνας ως φιγούρα εκτός τόπου και χρόνου, γι’ αυτό και βαθιά τραγική. Ας διαβάσουμε το ποίημα ολόκληρο:

Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974

                                                                «ες δάκρυε έπεσε

                                                               το θέητρον»(Ηρόδ.)

 Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας

σαν από σκοτεινή καταπακτή

από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου

με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους

να ταξιδεύουν μαζί του,

δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι

καμωμένο από λίγα χορτάρια

πού ‘χαν μείνει στην έρημη γη.

Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα

μάτια θολά και κόκκινα απ’ τους καπνούς

τη στάχτη στα μαλλιά

απ’ τα καμένα δέντρα

πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρυνής,

χωρίς ακοή απ’ τις στριγγιές φωνές

σφαγμένων αγρινών,

με χέρια απλωμένα

αόμματος επαίτης

γωνία Σταδίου και Αιόλου

στάθηκε

μπροστά στην υποχθόνια βοή που ερχόταν

κατηφορίζοντας

σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.

 – Έλληνες αδελφοί…

η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.

 Κάποιος περνώντας δίπλα

του ‘χωσε βιαστικά στη χούφτα

ένα τάλληρο.

 Το δεύτερο εκλεκτό ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «Του Χρυσοσώτηρου». Αναφέρεται στον αγνοούμενο σύζυγο γυναίκας που οπτασιάζεται κάποτε τον άντρα της να ’ρχεται όπως σε όνειρο τα βράδια, αλλά και να χάνεται πάλι μέσα απ’ τα χέρια της ως την επόμενη φορά. Τη νύχτα όμως της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου δηλαδή, σύμφωνα με την παράδοση ανοίγουν τα επουράνια. Κι οι αγνοί στη ψυχή, σαν ξαγρυπνήσουν, θα δουν στον ουρανό «το χρυσό πλατάνι», που θα πραγματοποιήσει την όποια ευχή τους. Μια τέτοια ακριβώς νύχτα έκανε την ευχή της κι η ευσεβής σύζυγος, έτσι που ο άντρας της ως εκ θαύματος μέσα σε σύννεφο φωτός ήρθε κοντά της. Και τότε εκτυλίσσεται, με κορυφούμενη ψυχική ένταση και δραματικό ποιητικό λόγο, ένας διάλογος που μας μεταφέρει απευθείας στην καρδιά και το κλίμα της μπαλάντας «Του νεκρού αδελφού». Ώσπου το χάραμα με το πρώτο φως, η οπτασία διαλύεται κι ο αγνοούμενος Κωνσταντής γλιστρά και φεύγει με θαυμαστό τρόπο:

Ένα περήφανο άλογο μ’ άσπρα φτερά

κωπηλατώντας αργά στη μελανή άβυσσο

ανάλαφρα, είδε, να τον ανεβάζει στ’ αντικρυνό βουνό.

 Κι από τότε

πάνω στην πιο ψηλή κορφή του Πενταδάκτυλου

μέσα στο πηχτό σκοτάδι

ανάβει κάθε βράδυ

ένα μικρό φως που ολοένα μεγαλώνει

και το βλέπουν μόνο όσοι δεν έχουν μάτια.

Δεν γράφονται καθημερινά τέτοιοι στίχοι, με τόση ενοραματική δύναμη και βάθος.

Έρχομαι τώρα στην τρίτη αξιόλογη σύνθεση του Ανδρέα Παστελλά, που τιτλοφορείται «Τυρταίου λόγος επιμνημόσυνος». Αφιερώνεται στους Ελλαδίτες νέους που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της Κυπριακής ελευθερίας, με ιδιαίτερη μνεία στους καταδρομείς που έχασαν άδικα τη ζωή τους με τον γνωστό τρόπο πάνω απ’ το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Με προμετωπίδα τον γνωστό στίχο του Καβάφη «Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος», ο ποιητής εξαγνίζει, από αυτονόητο καθήκον, τους αθώους και ηρωικούς τούτους νέους από οιονδήποτε περιττό συνειρμό με τα αμαρτήματα και ελλείμματα των ταγών της εποχής εκείνης. Το ποίημα ξετυλίγεται με δραματικά κλιμακούμενη εικονοποιία, δίνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση μιας επιμνημόσυνης τελετουργίας. Η πράσινη χλόη που αγκαλιάζει τα καψαλισμένα κορμιά τους επιτείνει τον αποχωρισμό από τη ζωή σεμνά και χωρίς συναισθηματική διάχυση, παρόμοια όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις στο δημοτικό τραγούδι. Ας δούμε ένα απόσπασμα:

Δεν θα ξαναδούν ποτέ πια

τη χλόη ν’ ανηφορίζει στις πλαγιές

που σβήνεται χλωμή

προτού προλάβει να ντυθεί

το χρώμα του πράσινου.

Ξεσκλίδια τους παρασέρνει

ο άνεμος

κρεμασμένους σε πεθαμένα δέντρα

ψηλά στους βράχους της Γομαρίστρας

μπρούμυτα δαγκώνοντας

το χώμα της μάνας γης…

Ξεφεύγοντας τώρα από τις παραπάνω εξαίρετες ποιητικές συνθέσεις, για τις οποίες μίλησα με ανεπιφύλακτη αποδοχή, θα δώσω με σχετική συντομία τις απόψεις μου και για μερικά απ’ τα υπόλοιπα ποιήματα, μη παραλείποντας να εκφράσω και μερικές ενστάσεις μου.

Το «Μεταθανατίως αποσχηματισθείς», που δίνει και τον τίτλο της συλλογής, παρά την προφανή θολότητα και υπερβολή, αναπτύσσεται με νεύρο και ζωντανή, αποκαλυπτικής πνοής εικονοποιία, ενδυναμώνοντας συνειδητά την παράλογη αναντιστοιχία αιτίας και υποκριτικής αντίδρασης. Είναι ένας έμμεσος ψόγος της ευτελούς και χωρίς ηθικό έρεισμα κακοήθους συμπεριφοράς, με γελοία πρόφαση την παραβίαση του τυπικού κι επουσιώδους.

Η «Συζήτηση στρογγύλης τραπέζης ή ο μειδιών Βάτραχος» μου φαίνεται μέτριο και παρορμητικής εκτέλεσης μακρύ ποίημα, με έκδηλη την πρόθεση του ποιητή να κατακρίνει συγκεκριμένες νοοτροπίες και φαινόμενα της επικαιρότητας.

Η «Επιστολή απαγχονισθέντων νέων στη Θεά Ελευθερία» αποτελεί νοσταλγική αναπόληση της διαδρομής όλων εκείνων των εραστών του αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας, όσο κι αν όσα ακολούθησαν δεν δικαίωσαν τη θυσία τους.

Το ποίημα «Τα πάντα ροή ανέμου ή ο άρχοντας του Αννόβερου» δίνει το έναυσμα στον ποιητή να αρθρώσει ένα μεστό και φιλοσοφημένο λόγο, διαχέοντας τη συγκίνησή του στη ρευστότητα και ματαιότητα των εγκοσμίων. Παραπέμπει θεματικά, αλλά και ως γενικότερο κλίμα, στον Σεφερικό «Βασιλιά της Ασίνης».

Θα μιλήσω με θετικότερο τόνο για την «Επιστροφή στην τρυφερή χλόη», μια οδυνηρή αναπόληση του χαμένου παράδεισου της νεότητας και των παιδικών χρόνων. Η κιβωτός αυτή των πρώτων παρθενικών αναμνήσεων είναι για τον καθένα μας λυτρωτική καταφυγή, νοερή αναστήλωση μιας αρχέγονης αυθεντικότητας και  πρωτογενούς φυσικής ελευθερίας. Ας διαβάσουμε ένα απόσπασμα:

Σε μεταλλικούς ακτινοβόλους κύκλους

ξεπεταγόταν τότε ατίθαση η ήβη

απ’ τα παράθυρα κυμάτιζαν τ’ άσπρα πανιά

με το πρώτο «μήνιν άοιδε Θεά»

βογγούσαν οι σκαρμοί

στα σφιχτά τεντωμένα στους πάγκους γόνατα,

λίγο ν’ αφουγκραστείς θα τους ακούσεις.

Και το καράβι να κυλά επί «οίνοπα πόντον».

Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Ανδρέας Παστελλάς δεν είναι ποιητής της ολιγόστιχης λυρικής πινελιάς, που μεταφέρει κατά το πλείστον μονοσήμαντα βιωματικά φορτία. Όπως και στο παραπάνω σύνθεμα, δεν φωτίζεται απλώς ένα λυρικό momentum, αλλά προβάλλεται με εναλλασσόμενη ένταση η σύνθετη προβληματική ενός Οδυσσεϊκού υπαρξιακού νόστου.

Μέσα σε κλίμα έντονου φυλετικού άλγους κινείται και το δισέλιδο ποίημα «Στα ερείπια του Μπάαλμπεκ», επιβεβαιώνοντας κι αυτό δύο πράγματα: Τη δόκιμη και στιβαρή πια γραφή του Ανδρέα Παστελλά, καθώς και τη βαθιά -έστω τραυματική- ιστορική εμπειρία του. Καταθέτω ένα τελευταίο δείγμα:

«Απ’ εδώ πέρασαν…»

σηκώνοντας τις βαρειές ασπίδες τους

στις μακριές τους σάρισες ακουμπώντας.

Μήκωνες υπνοφόροι τους ξεκούρασαν,

στις ζεστές λαγόνες γυναικών

αποκοιμήθηκαν το βράδυ

αφήνοντας γλυκό αναστεναγμό

σαν τα μικρά παιδιά μέσα στον ύπνο τους, προτού

χαθούν μέσα στον κουρνιαχτό

στη σκοτεινιά του αγνώστου.

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΜΕΡΑ ( Herbsttag ) του Ρίλκε- του Ανδρέα Πετρίδη

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΜΕΡΑ ( Herbsttag ) του Ρίλκε –
Μετάφρ. Ανδρέας Πετρίδης

Καιρός είναι πια Κύριε, ήταν μακρύ το καλοκαίρι.
Στου ήλιου τους δίσκους ρίξε πάνω τη σκιά σου
κι αμόλα τους αγέρηδες μές στους λειμώνες.

Τους τελευταίους καρπούς πρόσταξε να μεστώσουν,
δός τους ακόμα δυο ήπιες μέρες,
να ωριμάσουν σπρώξε τους και βάλε
μές στο βαρύ κρασί την υστερνή γλυκάδα.

Σπίτι όποιος δεν έκτισε, δεν κτίζει τώρα.
Όποιος δεν βρήκε συντροφιά μονάχος μένει…
Θα ξαγρυπνά, θα μελετά, μεγάλα γράμματα θα γράφει
κι ανήσυχος στους δρόμους θα περιπλανιέται
ανάμεσα σε φύλλα που τα παίρνει ο αγέρας.

4 εκδοχές του Πάνθηρα του Ρίλκε στα Ελληνικά- από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ

 

Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ του Ρ.Μ.Ρίλκε – ανοιχτό μεταφραστικό εργαστήρι
– 4 επιλεγμένες εναλλακτικές προτάσεις:

 Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ του Ρ.Μ.Ρίλκε – ανοιχτό μεταφραστικό εργαστήρι
– 4 επιλεγμένες εναλλακτικές προτάσεις:

 α.1

Μέσα στα κάγκελλα καθώς στριφογυρίζει
εθόλωσε το βλέμμα του, η όψη του απλανής.
Τον περιζώνουν χίλια κάγκελλα νομίζει,
κι έξω από χίλια κάγκελα, κόσμος κανείς.

α.2

Μέσα στα κάγκελα καθώς στριφογυρίζει,
απόκαμε το βλέμμα του, εικόνα δεν κρατά.
Τον περιζώνουν χίλια κάγκελα, νομίζει,
και παραπέρα τίποτε, o κόσμος σταματά.

 α.3

Με τόσα κάγκελα μπροστά του να περνούν,
εικόνα πια το βλέμμα του δεν συγκρατεί.
Νιώθει, σαν χίλια κάγκελα να ξεπηδούν,
και παραπέρα τίποτε, όλα έχουν χαθεί.

α.4

Με τόσα κάγκελα το βλέμμα να εξαντλούν,
άλλη εικόνα δεν μπορεί να συγκρατήσει.
Είναι, σαν χίλια κάγκελα γύρω να ξεπηδούν –
και παραέξω τίποτε, ο κόσμος έχει σβήσει.

 β.1

Η απαλή περπατησιά, με δύναμη με νάζι,
σε κύκλο πιο μικρό καθώς πάντα περνά -,
στροβίλισμα χορού πεισματικό φαντάζει,
με κέντρο θέληση ισχυρή, που πια σιωπά.

β.2

Η απαλή περπατησιά, στέρεο βήμα λυγερό,
σε κύκλο πιο μικρό κάθε φορά σαν μπαίνει,
μοιάζει χορός ασίγαστος γύρω από κέντρο,
όπου μεγάλη θέληση σε λήθαργο σωπαίνει.

β.3

Η απαλή περπατησιά, με δύναμη και χάρη
σε κύκλο πιο μικρό καθώς πάντα περνά,
μ’ αένναο χορό γύρω από κέντρο μοιάζει,
όπου μια θέληση ισχυρή βαθιά σιωπά.

 β.4

Η απαλή περπατησιά, στέρεο βήμα οικείο,
σε γύρο πιο μικρό καθώς πάντα περνά,
μοιάζει χορός κυκλωτικός σ’ ένα σημείο,
όπου μια θέληση ισχυρή βαθιά σιωπά.

γ.1

Κάποτε μόνο του ματιού αθόρυβα ανοίγει
το παραπέτασμα. Μια εικόνα μέσα ορμά,
τα μουδιασμένα μέλη ριγηλά τυλίγει,
και πάει και σβήνει στην καρδιά.

γ.2

Κάποτε μόνο του ματιού ξάφνου ανοίγει
το παραπέτασμα. Και μια εικόνα μπαίνει,
τα τεντωμένα μέλη σιωπηλά τυλίγει,
και μέσα στην καρδιά πεθαίνει.

γ.3

Κάποτε μόνο του ματιού η αχλή σκορπά
αθόρυβα.- Μέσα μια εικόνα αφήνει,
τα τεντωμένα μέλη ριγηλά διαπερνά,
και στης καρδιάς τα βάθη σβήνει.

γ.4

Κάποτε μόνο του ματιού η αυλαία γλιστρά
αθόρυβα. Να μπει μια εικόνα αφήνει,
τη φορτισμένη των μελών σιγή διαπερνά,
και στην καρδιά για πάντα σβήνει.

Υστερόγραφο: Όπως πολύ εύκολα συνάγεται από τα παραπάνω, αυτή η προσπάθεια μετάφρασης του ΠΑΝΘΗΡΑ, του Ρ.Μ. Ρίλκε, δεν έκλεισε, αλλά στις ερμηνευτικές λεπτομέρειες η τελική έκβαση ( αν υπάρχει) εκκρεμεί. Το ίδιο το ποίημα, ως μια σημαντική στο είδος της δημιουργία – αλλά κι η σχετική ισχύς μιας μετάφρασης – με ενθαρρύνουν να εκθέσω αυτά τα κείμενα σε ανοιχτό μεταφραστικό εργαστήρι. Όχι τόσο από σεβασμό στην ενδεχομένως διαφορετική- κατά περίπτωση – ευαισθησία του αναγνώστη, αλλά περισσότερο από την αμηχανία επιλογής ( ή απόρριψης ) ενός απρόβλεπτα πολύμορφου αποτελέσματος. Και για να χαλαρώσουμε λιγάκι: ας λειτουργήσει στο κάτω κάτω μια τέτοια πολυμορφία- ως παιγνίδι και άσκηση εκφραστικών δυνατοτήτων στην καθόλου μεταφραστική αναγραφή του ποιήματος.

Ποίηση Ανδρέα Πετρίδη, ο ποιητής Ανδρέας Πετρίδης

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ  (2013)

ΤΟ ΘΑΜΒΟΣ ΤΡΙΓΥΡΩ

…Ω, τι χαρά, ω, τί γιορτή

στα μάτια συνωστίζονται

στην ακοή

και στο αθόρυβο δέρματα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !

α. ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Μικρός αυλός στο στόμα

του πρώτου τσοπάνη χαιρετά

την έλευση καινούργιας μέρας.

Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει

για να πατήσει στον ρυθμό του,

κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά…

Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές

έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,

κι αρχινάει μετά να ψάχνει

σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές

ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο –

έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει

όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.

Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς

τού φωτός έχει καθήσει

μ’ ένα βουητό ζωής

το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτίνων,

που ξύπνησαν το καθετί

που μοίρασαν το χρώμα –

έτσι όπως πάντοτε,

δουλειά γνωστή τους.

δ. ΝΟΣΤΟΣ

 

Του ποτάμιου που αγάπησα, μια στάλα-

σώμα σουπιάς χρωμάτιζε το νερό

στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.

Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδια

νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας

μ’ άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.

Σαν χελιδόνι σπάθιζε

τον ουρανό και τον χρόνο

ακροπατώντας στα κοιμισμένα

κεφάλια των γνώριμων βουνών…

Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,

τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια

κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια

νερό τ’ αυλάκι.

Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι

από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,

σε μια σοφίτα ξενική κάπου

μ’ εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα παράθυρα

και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους.

 ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό

νερό που βγαίνει απ’ το χώμα

αφήνοντάς το να το γαργαλά

παράξενα – σχεδόν μεταφυσικά,

μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους

με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.

Κι εκεί ανάμεσα

στη σαύρα που σέρνεται στη γη

και στο φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη πτήση,

στα σύνορα πάντα

αυτού που θά’ θελες

κι αυτού που πρέπει,

περνά ένα παράπονο το σώμα

ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη

να πέσει σταγόνα:

Ποιός κόβει των παιδικών

χρόνων τα δέντρα μας,

διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά

τ’ αγαπημένα φαντάσματα

και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

στ. ΓΕΡΑΚΙ

Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά

ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,

χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου

να μελετήσω τις αδρές εικόνες

που δέχτηκες μέσ’ τον Ακάμα…

Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι

πάνω στην πεύκη, την αγριελιά

και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,

κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά

στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος –

πάνσκοπη πρόθεση και στάση

ν’ απαθανατίσεις

την τραχειά σιλουέτα του:

από του Αρναούτη τη ριζωμένη

μέσα στη θάλασσα σφήνα,

ως την πατρίδα της αργής χελώνας

με χαλί από θάμνα.

Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα

την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,

πάνω απ’ τα θεϊκά λουτρά

μ’ ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη –

τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς

κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις

με μια βουτιά στον αέρα.

 

 

η. ΚΑΤΑΝΥΞΗ

(Μονή Αγίου Νεοφύτου)

Περπατώντας ξανά

στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα

χωρίς κάποια πρόθεση – αντίθετα ίσως,

ξυπνά μια κατάνυξη από ένα

σαπισμένο που πέφτει καρύδι

μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,

που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα

και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο

της μνήμης θρουμπί.

 

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ

Τρεις νύξεις για τη ζωή

 α.

Γέννηση μικρού παιδιού

σε κλίνη με ρούχινο θόλο,

κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου

και φως αυγερινό στον φεγγίτη…

Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος

ο ναός της ζωής

κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,

ο κτύπος της καρδιάς

τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.

Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν

από το γνώριμο παραμύθι

με καλάθια στα χέρια.,

τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω

το μερτικό του διαχωρίζουν…

Και λίγο πιο πέρα

απ’ το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,

αλόγου οπλές να σβήνουν –

και σκιά φευγαλέα που μόλις

παίρνει το μάτι

να χάνεται, βέβαιη πως

θα ξαναγυρίσει…

 

β.

Ώρα μεσημεριού ο ήλιος

στη μέση τ’ ουρανού

ζυγιάζει το βάρος της γης.

Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή

μισά ελιόδεντρα στη μια

μισά στην άλλη,

τόσα πρόβατα απ’ εδώ τόσα απ’ εκεί…

Μα πιο χαμηλά

άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι

κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,

τον βίο μετρώντας μ’ άπληστο μάτι.

Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω

σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά

– μ’ άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα –

παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο

κι από βαριές άχρονες στάλες

μισοφαγωμένα οστά…

Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι

στη γνώριμη ρουτίνα επάνω

που τώρα τρέχει βιαστικά –

με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο

τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,

και το χνούδι να γίνεται

ως το πρωί γενειάδα.

  γ.

Φυσάει ένας αγέρας

στην αυλή απόψε

πεισματικά την πόρτα σειώντας,

αποτραβιέται και πάλι ορμά

φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη

αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι…

Νύχτα βαθειά – κανένας

δεν ανοίγει στ’ ακρινά σπίτια,

δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα

δίχως ξύλα στη φωτιά

χωρίς ένα σκύλο

να τρέξει να ψάξει.

Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης

ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.

Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως

στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,

άς έλθει οποιοσδήποτε

κι ό,τι θέλει άς ζητήσει –

όχι εν λευκώ,

μα εκεί μπροστά στα μάτια

των ανθισμένων μυγδαλιών,

που μόνο αν είναι δίκαιο

θα συγκατανεύσουν.

 

 

ΕΝΥΛΗ ΕΜΒΙΩΣΗ

Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια

αλλοτινής λατρείας

τώρα σημάδια

εμπύρετου μόνο περάσματος.

Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά

με κέρινα φτερά σωριάστηκαν

στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων,

κι η βασιλεία των ουρανών

άδειος πια θρόνος…

Τώρα εκεί θα καθήσει

με πόδια τις ρίζες των βουνών

με μάτια τις ατάραχες λίμνες,

ο κόσμος που ξυπνά το πρωί

και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.

Τίποτε άλλο εμπρός σου

απ’ ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή

κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων

ή με τ’ αυτί κολλημένο στο χώμα.

Τίποτε άλλο εκτός

απ’ τα αιώνια των γενιών μονοπάτια

τ’ ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα

και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.

 

ΟΣΤΡΑΚΟ

Όστρακο – ντύμα σκληρό

μιας έγκλειστης ζωής

δεν μπόρεσες πολύ ν’ αντέξεις…

Με υπομονή με επιμονή

σαν τη σταγόνα που τρώει την πέτρα,

η γνώση λύγισε – σώμα καυτό

την άτεγκτη σκληρότητα σου.

Τώρα δεν είσαι πια ευτυχής

τώρα αμφιβάλλεις

για τον βοριά για τον νοτιά

που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,

και για το χρώμα του γιαλού

που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.

Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις

αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια

κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο

Ώσπου τ αφήνεις στην πρώτη στροφή

ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,

χωρίς διόλου να λυπάσαι…

Καθώς το όστρακο σου ανοίγει πάλι

μπάζοντας φως χάνοντας αίμα

σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει

το πρόσωπο της κάθε μέρα.

 

 

ΜΑΥΡΟ ΠΟΥΛΙ

Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί

που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει

το διάστημα των ημερών μας,

κράτα το ζωή λιγάκι

κλεισμένο στο κλουβί.

Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε

μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,

κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε

χωρίς την έγνοια της βαρειάς σκιάς του…

Γιατί συνέχεια μας ξαφνιάζει. Έρχεται

μέσα στην κάψα του καλοκαιριού

ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ’ την πηγή,

ή μέσα στ’ όνειρο τις νύχτες του χειμώνα

τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει

τάχα γαλήνιους, τάχα δυνατούς –

κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.

Το ξέρουμε ζωή, μ’ αυτό

το μαύρο πουλί πρέπει

να τα βγάλουμε πέρα,

με ό,τι μπορεί να βοηθήσει –

αστεία κάνοντας για σιγουριά

δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,

μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη

και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.

 

 

ΕΝΑ ΝΗΣΙ

Επεισόδιο (1974)

Απότομος χειμώνας μπήκε

στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,

προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα

του ανέτοιμου ποδιού

πάνω από φύλλα σκόρπια

φθινοπωρινά.

Ευαίσθητη η ψυχή

και θέλει χρόνο,

λίγο προαύλι

ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,

για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει

από το ένα στο άλλο κλαρί.

Παράξενος αλήθεια φέτος

αυτός ο χειμώνας

που ενέσκηψε στις ακτές,

πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους

και στης λευκότητας τη δαντέλα

το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 

 

Σχόλια

α.

Κωφεύεις

στη φωνή της μοίρας

όσο τ’ αντέχεις

σιγά – σιγά,

και μια μέρα

ούτε που ξέρεις

ποιό δρόμο να πάρεις,

κι εύκολα ξεχνάς

πού είναι η πλώρη

πού είναι η πρύμνη,

σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια

πολλούς δείκτες στη θάλασσα.

β.

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε

για τον Πενταδάκτυλο

είναι γιατί

μοιάζει χτυπημένο πουλί

με δυο φτερούγες

καρφωμένες στο χώμα.

Θά’ ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος

με καταγωγή ίσως

τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη

μέρη Καυκάσου,

ένας αετός μάρτυρας

της σταύρωσης και της οδύνης,

που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας

για να κτίσει τελικά τη φωλιά του

σ’ ένα νησί – χλωρό κλαρί

αντίξοης μοίρας.

Οδύνη

Γυναίκες – μορφές ανάμεσα

στο χρώμα της νύχτας και της μέρας

σκιές του σπιτιού καρτερικές

τ’ αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,

το έπος τους εξιστορούν

με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:

Ξέπλυνε πρώτη βροχή

το κάρβουνο, το αίμα.

Ξέπλυνε και τη συνήθεια

του πόνου και του χαμού-

πέπλος κρυφός που κάθεται

στη ψυχή μου ανεπαίσθητα

σαν αόρατη άμμος.

1974

 

Ναυάγιο «Κερύνεια»

Δεν είναι λίγο

στης θάλασσας τ’ ανήλιαγα βάθη

τόσο χρόνο ν’ αντέξεις,

μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις

στην αγκαλιά σου πως κρατείς

πήλινα αγγεία.

Ήξερες πως θ’ αντικρύσεις

μια μέρα το φως του ήλιου,

όλα πως θά’ ναι ύστερα σαν ψέμα:

Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,

οι νέες φυλές

οι σκυθρωποί αιώνες…

Κρατώντας λοιπόν την ανάσα

στον σκοτεινό βυθό,

ακολούθησες τη μοίρα

που σε πήρε απ’ το χέρι

και βγήκες στον κόσμο

να δώσεις έγκυρη μαρτυρία –

κατάθεση σε δίσεκτο καιρό

και σε όψιμους λογχοφόρους,

που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο

για δικά τους σημάδια

και γράμματα βρίσκουνε μόνο

που δεν μπορούν να διαβάσουν

πάνω στ’ αγγεία.

 Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ  (2015)

 

ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

 Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε

Περνώ τη ζωή μου

Περνώ τη ζωή μου

σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,

και πάνω απ’ τα πράγματα ξεμακραίνουν.

Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,

μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν.

Γύρω απ’ τον Θεό περιστρέφομαι,

τον πανάρχαιο τούτο πύργο,

χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω –

κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,

ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω.

(I, 253,1899)

Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω

Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω,

κι απ’ τις κινήσεις των χεριών σου,

που πλαστουργώντας

τρυφερά στρογγυλεύαν-

περίγραμμα στο καθετί,

ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.

«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»

κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω».

Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.

Σχισμή τότε πέρασε

τους ώριμους κύκλους σου,

και κραυγή εσηκώθη

τις φωνές υφαρπάζοντας,

πού είχανε μόλις συναχθεί

ολόγυρά σου να μιλήσουν,

ολόγυρά σου να κρατήσουν

τη γέφυρα όλου του χάους.

Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,

θρύψαλα είναι

του παλαιού σου Ονόματος.

(I, 257,1899)

 

Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.

Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.

Να Λευτερώσω θέλω

τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.

Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,

ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα.

Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.

Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:

Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,

όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά ‘ναι,

έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,

όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα.

Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,

μ’ αγκάλες διάπλατες

στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,

μ’ αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,

να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ

όσο ποτέ άλλος κανένας.

Κι υπεροψία αν φαίνεται,

σ’ αυτήν άφησέ με

την προσευχή μου να κάνω,

που βλοσυρή στέκει και μόνη

προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει.

(I, 259,1899)

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.

Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,

να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.

Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,

ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,

έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.

Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά

από το φως που απ’ τα πρόσωπά τους στάζει,

κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,

έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες

σ’ άτακτο πυκνό μπουλούκι.

Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη

έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,

στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,

κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά

χειρονομία, που τους επιτρέπει

στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.

Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ

Κι εννοούν: τον καθένα.

(I, 392,1899)

ΤΑΝΑΓΡΑ

Ένα κομμάτι γης καμένης,

σαν από ήλιο δυνατό πυρπολημένης.

Ωσάν η κίνηση χεριού κοπέλλας

μετέωρη να ‘μενε ξάφνου για πάντα –

δίχως ν’ απλώνεται κάπου,

σε κάποιο ολόγυρά του πράγμα

οδηγημένη απ’ το αίσθημά της,

τον εαυτό της μόνο συγκινώντας,

σαν χέρι που στο πηγούνι ακουμπά.

Σηκώνουμε και περιστρέφουμε

τη μια μορφή μετά την άλλη,

πάμε σχεδόν να καταλάβουμε

γιατί ποτέ δεν χάνονται,-

όμως βαθύτερα και πιο θαυμαστά

νά ‘μαστέ πρέπει δεμένοι

με ό,τι έχει υπάρξει,

και να μειδιούμε: καθαρότερα ίσως

απ’ τη χρονιά την περασμένη.

(I, 515,1906)

  

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ

Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,

κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος

κρύος τις Λατέρνες ζώνει.

Μ’ απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,

ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος

οπίσθιου δώματος,

στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας

γεμάτης πανσέληνο,

φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο…

Ψηλά τότε μια απλωσιά

γλυστρά παραπέρα,

αλώβητη- καλά φυλαγμένη,

και τα παράθυρα παντού στα πλευρά

ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.

(II, 35,1908/9)

…Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση

(αποσπασματικό)

…Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση.

Τον χώρο λοιπόν ανασάνετε, όπου πλανιώνται

τ’ αστέρια.

Ετούτο δες, που χωρίς ανάγκη καμιά θα μπορούσε,

τυφλά ξεμακραίνοντας,

στην απεραντωσύνη να χαθεί, μακριά μας…

Και τώρα ευφραίνεται και μας αγγίζει το πρόσωπο,

όπως της αγαπημένης το βλέμμα.

Διανοίγεται απέναντι μας και κατασκορπά

σε μας ίσως την ύπαρξη του. Και δεν τ’ αξίζουμε…

Κάποια δύναμη ίσως απ’ τους αγγέλους θα παίρνει,

ώστε ο έναστρος ουρανός να ενδίδει

κατά το μέρος μας

και στη θολή μέσα να μας κλείνει μοίρα.

Μάταια όμως. Γιατί ποιος το προσέχει;

κι όπου σε κάποιον αισθητό γίνεται,

ποιος δικαιούται ακόμα

το μέτωπο του στον χώρο της νύχτας

σαν στο παράθυρο του ν’ ακουμπήσει;

Ποιος δεν τ’ αρνήθηκε; Στο έμφυτο τούτο στοιχείο,

πλαστές, κίβδηλες κι απαίσιες νύχτες

ποιος δεν έμπασε μέσα,

ικανοποίηση βρίσκοντας σε κάτι τέτοιο;

Τους Θεούς αφήνουμε στη σαπίλα τριγύρω,

γιατί δεν δελεάζουν οι Θεοί. Απλώς υπάρχουν,

και μόνο υπάρχουν, ύπαρξης πλησμονή,

δίχως νεύμα καθόλου, δίχως οσμή.

Τίποτε πιο βουβό απ’ του Θεού το στόμα,

ωραίο σαν κύκνος

στης αιωνιότητας την απύθμενη έκταση:

Έτσι πορεύεται ο Θεός,

και κρύβει και προστατεύει τη Λευκότητα του.

Όλα Λοιπόν στην πλάνη. Και το πουλάκι ακόμα

μέσ’ απ’ το φύλλωμα το καθαρό μας βαραίνει,

το λουλούδι στενάχωρο απλώνει πιο πέρα.

Τί ζητά ο άνεμος λοιπόν; Ο Θεός μονάχα,

σαν κολώνα να περάσει αφήνει –

μοιράζοντας από ψηλά όπου στέκει

και στις δυο πλευρές τον ανάλαφρο θόλο

της μακαριότητάς του.

(Από τα «ποιήματα στη νύχτα», II, 52,1913)

 

Πλημμυρισμένοι ουρανοί

Πλημμυρισμένοι ουρανοί σπαταλημένων άστρων

θριαμβικά απλώνονται πάνω απ’ τη θλίψη.

Σκυφτός αντί να κλαις στο προσκεφάλι,

ψηλά σήκωσε τον θρήνο. Να,

στον οδυρόμενο κι όλας, στην όψη που σβήνει,

τριγύρω απλώνοντας το συναρπαστικό

σύμπαν αρχίζει. Ποιος διακόπτει

στην κίνηση σου προς τα εκεί τούτο το ρέμα;

Κανείς. Εκτός κι αν ξάφνου αντιπαλεύεις

τον χείμαρρο των αστεριών που πλησιάζει.

Ανάσανε. Το σκοτάδι της γης ανάσανε

και ψηλά πάλι κοίτα! Ξανά.

Ελαφρύ κι απρόσωπο το βάθος

από ψηλά επάνω σου γέρνει.

Το σβησμένο – γεμάτο νύχτα πρόσωπο –

και τον δικό σου χώρο του προσφέρει.

(Από «τα τραγούδια της νύχτας» II, 54,1913)

ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσική: Των αγαλμάτων ανάσα. Ίσως

των εικόνων σιωπή. Γλώσσα εσύ, όπου

οι γλώσσες τελειώνουν. Εσύ χρόνος

που κάθετα στέκει

προς το μέρος καρδιών που σβήνουν.

Αισθήματα, για ποιον; Ω εσύ,

των αισθημάτων αλλαγή, σε τί;

Σε τοπίο ακοής.

Ξένη, εσύ: Μουσική.

Άνοιγμα

του χώρου της καρδιάς μας,

εαυτός μας πιο βαθύς,

που πέρα από μας

σπρώχνει να βγει,-

αποδημία ιερή:

αφού μας περιβάλλει ό,τι ενδότερο

σαν η πιο δοκιμασμένη

απώτερη φύση, ως άλλη

πλευρά του αιθέρα: καθαρή

απέραντη,

όχι πια κατοικήσιμη.

(II, 111,1918)

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Ο ουρανός απέραντος, γεμάτος αρμονία,

χώρου απόθεμα και Χτίσης πλησμονή.

Κι εμείς πολύ μακριά απ’ την κοσμογονία,

και τόσο κοντά για την επιστροφή.

Εν’ άστρο πέφτει, να! Με βλέμμα σαστισμένο,

ταχιά προσμένουμε να πει μια γνώμη:

Τί άρχισε λοιπόν, και τί ‘ναι περασμένο;

Τί είναι ένοχο; Και τί πήρε συγγνώμη;

(II, 175,1924)

 

(Από τον κύκλο: «Νύχτες»)

Αστερισμοί της νύχτας που άγρυπνος κοιτώ,

την όψη μου την τωρινή μόνο διαστέλλουν;

ή μήπως και την όψη μου όλων των χρόνων-

αυτές οι γέφυρες που ακουμπούν

σε στήλες φωτός;

Ποιος θέλει εκείνα πορευτεί;

Για ποιον άβυσσος είμαι και ρύακα κοίτη,

ώστε μακριά να οδηγεί τα βήματά του,

εύκολα να με προσπερνά,

σαν το πιόνι να με παίρνει στο ζατρίκι

και νά ‘βγει επιμένει νικητής;

(II, 177,1924)

Όταν ζυγώνει η βροχή

Όταν ζυγώνει η βροχή, ο κήπος σκοτεινιάζει

σχεδόν τρυφερά,

κήπος που κάτω

από νωθρό χέρι ησυχάζει.

Λες και στοχάζονται μες στις πρασιές τα Είδη:

πώς έγινε, αλήθεια πώς

τα πρωτονόμασε ο κηπουρός!

Γιατί πάντα τον σκέφτονται – έχοντας σμίξει

με την ιλαρή απολύτρωση,

απόμεινε το κουρασμένο πνεύμα του,

και η παραίτηση του, ίσως κι αυτή…

Για μας παράξενη στ’ αλήθεια διδαχή,

να έχουν και τούτα μια διττή φύση:

ακόμα και το πιο ελαφρύ

προβάλλει αντίρροπο βάρος.

(II, 187,1926)

ΡΟΔΟ

Ρόδο, ω άδολη αντίθεση,

χαρά: να μην είσαι

ο ύπνος κανενός

κάτω από τόσα βλέφαρα.

1925

Επεξηγηματικό σημείωμα 

Οι ρωμαϊκοί και αραβικοί αριθμοί σε παρένθεση στο τέλος εκάστου ποιήματος,
αντιστοιχούν στον τόμο, τη σελίδα και τον χρόνο γραφής του.
Αναρτήθηκε από Ανδρέας Καρακόκκινος στις 9:01 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest

Ετικέτες ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Νεότερες αναρτήσεις Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα

Εγγραφή σε: Αναρτήσεις (Atom)

Ετικέτες

Πληροφορίες

Ανδρέας Καρακόκκινος
Προβολή πλήρους προφίλ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πληροφορίες

Ανδρέας Καρακόκκινος
Προβολή πλήρους προφίλ

Αρχειοθήκη ιστολογίου